Της άρεσε η ιστορία για το Λάζαρο. Είχε ανάσταση, ζωή, «θάνατον πατήσας». Μεγάλη υπόθεση να καταπατήσεις το θάνατο! Όταν είσαι επτά χρόνων αντιλαμβάνεσαι μόνο τη ζωή. Η γιαγιά έλεγε: «Και χτύπησε το βράχο και είπε: Λάζαρε δεύρο έξω. Κι αμέσως σύρθηκε ο βράχος και εμφανίστηκε ο Λάζαρος και χάρηκαν οι αδερφές του».

Κάποτε χάθηκε. Λίγο μετά το θάνατο του μικρού. Τον περίμενε. Τον επιθυμούσε. Τη μάνα την έπιασαν οι πόνοι πρόωρα. Έκαμαν το σταυρό τους και περίμεναν. Πρόωρο όμως. Δεν ήταν η ώρα. Βιάστηκε κι αυτό το ευλογημένο. Λες και φοβόταν μη χάσει τα καλούδια. Της είπαν ότι ο θεός τον πήρε μαζί του. Λεπτό δεν έχασε. Έτρεξε να προλάβει. Όταν πήραν χαμπάρι την απουσία της είχαν περάσει ώρες. Είχε αρχίσει να σουρουπώνει. Η γιαγιά τραβούσε τα μαλλιά της. «Μη δώσεις, θεέ μου, κι άλλη συμφορά στο σπίτι μας».

Οι χωριανοί άρχισαν το ψάξιμο. Πηγάδια, γκρεμνά, βάτοι, τσουκνίδες, στέρνες, όλα τα γύρεψαν βήμα το βήμα. Άφαντη η μικρή Αριστέα.

Ο Χαράλαμπος, ο γιος του Μανουσογιάννη, ο παλαβός γύριζε από τον κάμπο και πέρασε να ανάψει το καντήλι της μάνας του. Μέσα στο σούρουπο είδε μια φιγούρα μικροκαμωμένη να κρατά ένα κλαδί και να χτυπά το μνήμα. «Δεύρο έξω μωρό. Δε με ξεγελάς εμένα. Δεύρο σου λέω.» Την αναγνώρισε τη μικρή. Του χαμογελούσε κάθε πρωί που πήγαινε στο σκολειό.

– Αριστέα τι κάνεις τέτοια ώρα εδώ;
– Ανασταίνω τον αδερφό μου. Αύριο είναι τα γενέθλιά μου και θέλω το δώρο που μου ‘ταξε. Μα μάλλον κοιμήθηκε παραπάνω και δεν ακούει. Έλα να με βοηθήσεις.

Πήρε κι αυτός ένα κλαδί, πήγε στον τάφο της μάνας του και φώναζε: «Δεύρο έξω μάνα. Δε βαστώ αμοναχός τη λάτρα του σπιτιού. Μίσεψες και ο γέρος πίνει, στο χωριό με παίζουνε. Δεύρο έξω και φέρε και το μικιό της Αριστέας τον αδερφό.»

Στάθηκαν αντίκρυ και σιωπούσαν. Περίμεναν το θαύμα. Στον ουρανό φάνηκαν τα πρώτα αστέρια. Από μακριά ακούστηκαν φωνές. Φαναράκια φώτιζαν το σκοτίδι. Δεν κούνησαν από τη θέση τους. Περίμεναν τη δική τους ανάσταση. Τα δώρα της ζωής που νικά πάντα το θάνατο…

Σχόλια

Αρθρογράφος

Κλειώ Βλαχάκη

Ζει στο Ηράκλειο της Κρήτης. Σπούδασε Ιστορία – Αρχαιολογία και Συντήρηση Έργων Τέχνης αλλά εργάζεται στην εκπαίδευση. Πιστεύει στην αυτοδιάθεση των ανθρώπων και στην ελευθερία. Ονειρεύεται ακόμα σαν παιδί κι ελπίζει πως κάποτε θα καταφέρουμε να αλλάξουμε τον κόσμο. Γράφει όταν οι σκέψεις στριμώχνονται και διεκδικούν χώρο στο κεφάλι της. Έχει πια την πεποίθηση ότι όλοι είμαστε περαστικοί κι έχουμε την ανάγκη να βρούμε άξιους συνταξιδιώτες που θα λέμε μόνο αλήθειες. Αγαπημένες της λέξεις η ουτοπία και η χαρμολύπη. Ίσως γιατί έχει καταλάβει πως αυτό είναι η ζωή.

Σχετικά Άρθρα

X