«Θέλεις να με σκλαβώνεις σαν αντικείμενο». Μια κοπέλα διαβάζει μήνυμα που της έστειλαν, καθώς περπατά, σε απόσταση θέας, παράλληλα με τις γραμμές του ηλεκτρικού. Συνεχίζει με ειρωνικό μειδίαμα που προδίδει αυτοπεποίθηση για το «δίκιο»: «Θέλεις να με σκλαβώνεις σαν αντικείμενο, σε ένα πάρτυ πήγα με συμφοιτητές μου και μου το έβγαλες ξινό».

Το σχολείο από την Ισπανία που κατηφορίζει με πιο γρήγορο ρυθμό, δεν φαίνεται να έχει τις ίδιες ανησυχίες. Είναι εμφανής ωστόσο η ταλαιπωρία, μάλλον από τις συνεχόμενες και ατελείωτες επισκέψεις στα ελληνικά μουσεία. Η Ακρόπολη στέκει δίπλα απαρατήρητη, αν και φωτεινή, όμως τα βλέμματα δείχνουν καταβεβλημένα και μοιάζουν να επιζητούν την μονοτονία του γκρίζου δαπέδου.

Τα τρένα πηγαινοέρχονται.

Τη μία η φωτεινή επιγραφή γράφει Κηφισιά, την άλλη Πειραιάς. Η βουή δεν αποσπά την πρώτη δειλή αίσθηση από άνοιξη. Οι νεραντζιές βγάζουν τα πρώτα άνθη και οι παρέες αφήνουν πιο πολλές ώρες τις θήκες από τα όργανα για κανα ψιλό ενώ κάνουν το κέφι τους.

Μέσα στα βαγόνια κάθονται κυρίως μετανάστες, κάποιοι με τα ρούχα της δουλειάς. Κάποιοι άλλοι νεαροί επιβάτες είναι φρεσκοαρωματισμένοι έτοιμοι για έξοδο και κάποιοι γηραιότεροι δεν βλέπουν την λώρα να φτάσουν στον τελικό προορισμό της ημέρας, όπως κάθε ημέρα.

Ένας κοντούλης, φοράει μπλούζα με «Ή τάν ή επί τάς» στην πλάτη. Δίπλα του έχει παρέα ένα παιδί που κρύβει την αλήθεια του πίσω από ένα σκουφί και γυαλιά, με άκαμπτη στάση, σαν την ασημί κολώνα που κρατά για να μην παρασυρθεί από κάποιο ελιγμό του τραίνου. Μαζί τους βρίσκεται ένας ακόμη παθιασμένος με τα εθνικά θέματα πιτσιρικάς μαζί με τον πατέρα του. «Ποια η διαδικασία για να ανταλλάξουν τους δικούς μας με τους δικούς τους», ρωτά. Ο πατέρας δεν ξέρει. Ούτε ενοχλείται που ο γιος του θα προτείνει ότι ένας χρυσαυγίτης «να συλλάβουμε κι εμείς δυο δικούς τους».

Στην επόμενη στάση ο κοντούλης με την ήπια φωνή, κάθεται δίπλα σε δύο κυρίες, που ξαφνικά «έπιασε» λίγο πριν το βλέμμα του. «Τι να κάνουμε, προσπαθούμε αγόρι μου», είναι τα πρώτα τους λόγια αφού τον χαιρετούν. Μιλούν για τη φτώχεια. Τη δική τους φτώχεια στο Πέραμα. «Στην αδερφή μου έχει πέσει το ταβάνι και δεν έχει λεφτά να το φτιάξει». Κάπου εκεί αρχίζουν να φταίνε οι μετανάστες. Κάπου εκεί ανακαλύπτονται επιδόματα που παίρνουν και δεν παίρνουν οι Έλληνες.

Ο απέναντι μετανάστης, μάλλον από το Μπαγκλαντές, που έχει στριμώξει την κούρασή του στη γωνία δίπλα από τις πόρτες, κοιτάζει πιο επίμονα αν πλησιάζει η στάση του. Βγαίνοντας κοιτάζει πίσω του.

«Κι αυτός ο Γιάννης με το ένα ‘ν’ ούτε να στήσει το σκάκι δεν ξέρει. Σου λέω είδα τη φωτογραφία και τα χε βάλει λάθος. Μας φόρτωσε με 200 δις χρέος, ένα 6χρονο καλύτερα θα τα ‘κανε», λέει η διπλανή κυρία. Τα μαλλιά της είναι ξανά αλλά κάπως ξεβαμμένα και τα ρούχα της, μοιάζουν με κομμάτια ύφασμα που απλά «κάθονται» πάνω στο σώμα της. Κάθε τόσο που μιλά, ανασηκώνει κάποια από τα ρούχα, λες και θα πείσει ευκολότερα. Κυρίως όμως επιβεβαιώνει ότι όλη η «σαβούρα» φτάνει περισσότερο σε εκείνους που πρέπει να αντισταθούν περισσότερο.

«Όταν έρθει η ώρα θα τους διώξουμε όλους», λέει ο κοντούλης με την ήπια φωνή και το «ή τάν ή επί τάς» στην πλάτη. «Μακάρι», του απαντούν και βγαίνουν.

Κάποιος άλλος περαστικός στη συνέχεια, λιγότερο φανατικός με τους Σπαρτιάτες και τις αρχαιοελληνικές ρήσεις, καθησυχάζει τον συνομιλητή του στο τηλέφωνο πως οι Τούρκοι δεν θα επιτεθούν. «Αν το κάνουν θα ναι σαν να επιτίθενται στην Ευρώπη».

Όσο βαθαίνει το σκοτάδι, ο κόσμος αραιώνει στους δρόμους. Από την ασφυξία των προηγούμενων ωρών, οι λεωφόροι γίνονται πια απέραντα τοπία. Αστικά, με γοητεία χάρη στα φώτα, τα πεζοδρόμια που τα αντανακλούν έστω και παραμελημένα, ορισμένα φωτισμένα νεοκλασικά που κατέχουν πολυεθνικές και τράπεζες.

Στα στενά όμως κρύβονται τα άνθη. Στο πίσω παράθυρο αυτοκινήτου είναι ακουμπισμένα ανθισμένα κλωνάρια από αμυγδαλιές. Και στα σκαλάκια, μοναχικά σε μια γωνιά ένα ζευγάρι φιλιέται τρυφερά μια – δυο φορές πριν πάει να ζεσταθεί. Αναρωτιέσαι όμως, μήπως τα σπίτια είναι περισσότερο παγωμένα από τους δρόμους;

Η πόλη σιγοψιθυρίζει νανουρίσματα.

Την ώρα που τα τελευταία ρολά κατεβαίνουν, τα τελευταία ταξί περιμένουν και οι άστεγοι κουκουλώνονται καλύτερα. Οι πλάκες από τα πεζοδρόμια ησυχάζουν, ειδικά οι κατακερματισμένες, τα καλώδια γίνονται τα σκοινιά των ακροβατών από τα όνειρά μας κι εμείς προσδοκάμε την ανακούφιση του πρώτου πρωινού, όποια ώρα είναι για τον καθένα, τσιγάρου. Ή της πρώτης γουλιάς καφέ. Ή του ελάχιστου χρόνου πριν ισχυριστούμε ότι ζούμε, έχοντας στο τέλος να μένει, ένα ελάχιστο εαυτό.

Σχόλια

X