“ – Έφτυσα! Αλίμονό σου αν χαζέψεις πάλι στο δρόμο!
Δεν έφτυνε ποτέ στ’ αλήθεια, μόνο με λόγια, μα το νόημα της απειλής ήταν καθαρό: Έπρεπε νάχεις γυρίσει πίσω πριν στεγνώσει το σάλιο.
Το πόσο γρήγορα στεγνώνει το σάλιο το καθόριζε εκείνη σύμφωνα με τις περιστάσεις, σύμφωνα με το κέφι της.”

Τα ρέστα (1972)

“Ο μικρός εγώ” σε σκηνοθεσία του Βασίλη Ανδρέου
στο Θέατρο Άλφα-Ιδέα
Κάθε Τρίτη και Τετάρτη στις 9:15

βασισμένο στο διήγημα του Κώστα Ταχτσή “Τα ρέστα”

Βασισμένη στο κύκνειο άσμα του Κ. Ταχτσή, η παράσταση επιδιώκει να φωτίσει τις παιδικές μνήμες του συγγραφέα. Ο μικρός Κωστής βουτάει μια στο φως της αυλής του πατρικού του, στην χαμένη πια γειτονιά του Μεταξουργείου, και μια στα σκοτάδια της κάμαράς του. Ενηλικιώνεται και ανακαλύπτει τον εαυτό του σε μια συνεχή πάλη με τους προσωπικούς του δαίμονες. Σε αντίθεση με άλλα παραδείγματα για τα οποία χρησιμοποιείται ο όρος αυτός, οι “προσωπικοί δαίμονες” εδώ έχουν σάρκα και οστά. Η μητέρα του και η γιαγιά του – άγγελοι και δυνάστες ταυτόχρονα – τον λατρεύουν και τον βασανίζουν ορίζοντας και οδηγώντας, άθελα ή ηθελημένα, τα βήματά του προς την ενηλικίωση.

Ο Ταχτσής μπορούμε να πούμε πως έγραφε για τα πάθη του εαυτού του και συνάμα για τα πάθη της Ελλάδας. Ο ίδιος σημειώνει για το έργο του “Τρίτο Στεφάνι” και συγκεκριμένα για το χαρακτήρα της Εκάβης, που κατ’ ομολογία του είχε βασίσει σε αυτόν της γιαγιάς του που μας γνωρίζει στα “Ρέστα”:

«Ο θρήνος ταιριάζει στις γυναίκες κι αυτό µε βόλευε. Όπως όλες τις “πατρίδες”, έτσι και την Ελλάδα τη φανταζόµαστε και την παριστάνουμε, παραδόξως, σαν γυναίκα. Μια γυναίκα ταυτίζεται µε την ίδια την Ελλάδα. Όταν διαµαρτύρεται και κλαίει, διαµαρτύρεται και κλαίει η Ελλάδα. Κι εγώ ακριβώς αυτό ήθελα να κάνω – να βάλω την Ελλάδα να κλάψει, να κλάψω την Ελλάδα, να κλάψω µε την Ελλάδα. Αλλά από την άλλη µεριά δεν ήθελα και να περιοριστώ στο κλάµα. Ήθελα να τελειώσω µε µια νότα αισιοδοξίας και κατάφασης, που κι αυτό είναι πολύ χαρακτηριστικό των Ελλήνων σαν φυλή κι επιπλέον αισθητικά απαραίτητο».

Αυτή η πρότασή του μπορεί και να χαρακτηρίσει (αν και κάτι τέτοιο δεν είναι εφικτό για ένα τόσο πολυδιάστατο πρόσωπο) το όλο έργο του. Η γυναίκα στο επίκεντρο σε μια δύνη κλάματος και γέλιου και στο κάτω κείμενο μια Ελλάδα που ψάχνει τη ταυτότητά της, σέρνοντας τα παιδιά της πότε στο φως και πότε στο σκοτάδι. Ένα τέτοιο παιδί είναι και ο Ταχτσής στα “Ρέστα”.

Ο λόγος του Ταχτσή ίσως παρουσιάζει ακόμη τέτοιο ενδιαφέρον γιατί μέσα στη δραματικότητα του παραμένει σαρκαστικός. Η, κατά Ταχτσή, τραγωδία της ζωής παρουσιάζει μια τέτοια υπερβατικότητα που σπάει τις φόρμες του δράματος για να μεταβληθεί σε ένα έντονα χιουμοριστικό έως και ενοχλητικό σχόλιο. Αυτό το τόσο προσωπικό κι αλλόκοτο της γραφής του, κάνει τα έργα του μερικά από τα πρώτα δείγματα μιας νεοελληνικής queer συγγραφής.

Στη περίπτωση της εδώ παράστασης, η θεατρική δράση διατηρεί αυτή την ιδιαιτερότητα. Ο Βασίλης Ανδρέου που βρίσκεται πίσω από τη σκηνοθεσία αλλά και τη δραματουργία του έργου -αφού διασκεύασε το μυθιστόρημα για τη παράσταση- κατάφερε να διατηρήσει το εμμονικά προσωπικό ύφος του Ταχτσή και να μεταφέρει με επιτυχία ένα όμορφο δείγμα του κόσμου του στη σκηνή. Ενός κόσμου που πάλλεται και κλυδωνίζεται ανάμεσα στην ελευθερία και την καταπίεση, στο ορμητικό ένστικτο και στη πάγια ηθική της εποχής του.

Στο λόγο έχει διατηρηθεί ανέπαφο το καυστικό χιούμορ, η ειρωνεία μα και η αλήθεια του συγγραφέα.

Οι ηθοποιοί ενσαρκώνουν με επιτυχία τα πρόσωπα μιας χαμένης πλέον Ελλάδας. Αυτής με τις ανοιχτές αυλές στις γειτονιές του Μεταξουργείου. Άνθρωποι που τσακώνονται, σχολιάζουν αλλά αγαπούν, νοιάζονται και επικοινωνούν. Οι ηθοποιοί (Βλασία Κουτσού, Γιώργος Μακρής, Φαίδρα Παπανικολάου, Νατάσα Σφενδυλάκη, Θεόδωρος Χιντζίδης) αλλάζουν πρόσωπα και χαρακτήρες για να χτίσουν αυτό το σύμπαν. Η μάνα, η γιαγιά, οι γειτόνισσες, η καθηγήτρια του πιάνου, οι πρόσφυγες είναι μερικά από τα πρόσωπα που χτίζουν αυτή τη προσωπική πορεία μέσα στο χρόνο και οι ηθοποιοί τα χειρίζονται με ευκολία, χωρίς να πέφτουν στην παγίδα της ηθογραφίας. Εύστοχη η επιλογή του διαχωρισμού του μικρού Κωστή και του ενήλικα πλέον συγγραφέα σε δύο πρόσωπα, αφού οι σκηνές που συνομιλούν είναι από τις πιο δυνατές μέσα στη δράση.


Τα ρούχα και τα σκηνικά (Αφροδίτη Μηλιώνη – Δήμος Κλιμενώφ) λιτά και συμβολικά αναβιώνουν μια παλιά Ελλάδα χωρίς να φυλακίζουν τη θεατρική δράση σε μια στείρα νοσταλγία. Σε πολλά σημεία απλώς σχολιάζουν εξαιρετικά εύστοχα και χιουμοριστικά το χωρόχρονο. Η μουσική (Σπύρος Παρασκευάκος) με αφετηρία τη μελωδική δεκαετία του ’30 χτίζει κάτι όντως όμορφο και νέο.

Στο σύνολο της η δουλειά παρουσιάζει μια συνέπεια στο ύφος των διηγημάτων του Ταχτσή. Με την καυστική καταγραφή μιας ολόκληρης εποχής και των ανθρώπων της σαν αφετηρία, βουτάει στην υπαρξιακή πάλη του συγγραφέα που ζει και μεγαλώνει μέσα σ’ αυτή και που ποτέ δε συμβιβάστηκε μαζί της.


Συντελεστές:
Σκηνοθεσία: Βασίλης Ανδρέου
Διασκευή: Βασίλης Ανδρέου, Ομάδα Αίολος
Βοηθός Σκηνοθέτη: Σοφία Καστρισίου
Μουσική Σύνθεση: Σπύρος Παρασκευάκος
Τραγούδι: Νεφέλη Κουρή
Φωτογραφία: Γιάννης Μπορομπόκας
Ενδυματολόγοι: Αφροδίτη Μηλιώνη – Δήμος Κλιμενώφ

Ερμηνεύουν: Βλασία Κουτσού, Γιώργος Μακρής, Φαίδρα Παπανικολάου, Νατάσα Σφενδυλάκη, Θεόδωρος Χιντζίδης.

ΤΙΜΕΣ ΕΙΣΙΤΗΡΙΩΝ
Τιμή προπώλησης από Viva.gr & Ticket 365.gr: 8 ευρώ

Τιμές εισιτηρίων ημέρα παράστασης
Γενική είσοδος: 12 ευρώ
Μειωμένο: 8 ευρώ (ισχύει για φοιτητές και ανέργους)

Θέατρο Άλφα-Ιδέα
Πατησίων 37 & Στουρνάρα 51
Τηλέφωνο Γραφείου: 210 5221444
Τηλέφωνο Ταμείου: 210 5238742
Ε-mail: info@alfaidea.gr | theater.alfaidea@gmail.com

Σχόλια

X