1717_taxi_200x200Κάποτε, στο όχι και τόσο μακρινό παρελθόν, η επιλογή να γίνεις οδηγός ταξί έμοιαζε με εύκολη λύση. Δεν απαιτούσε πτυχία, αλλά ένα δίπλωμα. Και από εκεί κι έπειτα ένα τουτού, που δεν ήταν και τόσο δύσκολο να αποκτηθεί. Η απόσβεση συνήθως γινόταν γρήγορα. Τα ψεύτικα χρονόμετρα και οι διπλές ταρίφες έβαζαν το χεράκι τους, όχι μόνο για να μπουν τα βασικά στην τσέπη, αλλά πολλά παραπάνω. Φυσικά ταξιτζής δεν σήμαινε απατεώνας. Αλλά το σύστημα δούλευε με συγκεκριμένο τρόπο και πολλοί ήταν αυτοί που επωφελήθηκαν.

Στα χρόνια της κρίσης οι άνθρωποι που σηκώνουν το χέρι για να σταματήσουν ένα ταξί είναι πολύ λιγότεροι. Πολλοί οδηγοί, αναγκάζονται να δουλεύουν ακόμα και 16 ώρες για να βγουν τα λειτουργικά έξοδα. Ο Δημήτρης, 37 χρονών είναι ένας από αυτούς. «Φοβάμαι να κάνω οικογένεια. Παλιά είχα διάφορα σχέδια, αλλά τα πράγματα άλλαξαν», μου λέει. Περνάμε από ένα παράδρομο της Πειραιώς, κολλημένοι στην κίνηση κοιτάμε λίγο πιο προσεκτικά γύρω μας. Παντού χρήστες ναρκωτικών, άστεγοι και φτωχοί. Εξαθλίωση. «Αυτή είναι η Ελλάδα», άραγε πόσο κοινότοπο ακούγεται σκέφτομαι από μέσα μου. Ο Δημήτρης όμως πρόσθεσε και κάτι ουσιώδες. «Εμείς είμαστε αυτό που βλέπουμε».

Δεν ήταν πάντα έτσι. Δεν ήταν ούτε τόσο σκεφτικός, ούτε τόσο απαισιόδοξος. «Όταν φτάνεις στο σημείο απλώς να αναπνέεις, βλέπεις τα πάντα διαφορετικά». Πριν μπει η χώρα σε κρίση, ήθελε να αγοράσει δικό του σπίτι. «Με στεγαστικό δάνειο, όπως πολλοί. Ευτυχώς δεν το έκανα. Δεν θα ‘χα να πληρώσω. Μη σου πω θα ‘μενα στο δρόμο. Είμαι ικανοποιημένος τώρα. Πληρώνω νοίκι, αλλά δεν μ’ έχουν βρει συμφορές». Συμφορές όπως αυτή που του περιέγραφε ένας μεγαλύτερος σε ηλικία συνάδελφός του. «Κάποια στιγμή, καθώς είμαστε στην πιάτσα των Εξαρχείων, με πιάνει και μου λέει όσα τον βασάνιζαν. Μιλάμε για άνθρωπο ευγενικό, αλλά και πολύ κλειστό. Είχε φτάσει στο αμήν. Έχει βάλει υποθήκη δύο σπίτια, και το ένα είναι του αδερφού του».

Τα τελευταία τρία χρόνια «τα έσοδά μας έχουν πέσει πάρα πολύ. Ο κόσμος επιλέγει σπάνια μακρινούς προορισμούς. Προτιμά να περιμένει μέσα στο κρύο για λεωφορείο και να κάνει περισσότερη ώρα, παρά να δώσει πέντε ευρώ». Για τον ίδιο το πρόβλημα δεν βρίσκεται στον μεγάλο αριθμό των ταξί αλλά «στους κακούς χειρισμούς. Αυτοί που μας κυβερνούν. Παλιά υπήρχαν ακόμα περισσότερα ταξί. Πολλοί δεν μπορούσαν να συνεχίσουν λόγω κρίσης».

Τον ρωτάω πώς πιστεύει ότι θα αλλάξουν τα πράγματα. «Θα αλλάξουν όταν πεινάσουμε κι άλλο. Έχει κι ένα δίκιο η Χρυσή Αυγή για τους μετανάστες». Καλά κάνει και τους χτυπά δηλαδή; «Όχι μωρέ φτωχαδάκια είναι κι αυτοί το ξέρω. Αλλά έχουν μαζευτεί πολλοί.» Και πριν πολλοί δεν ήμασταν; Μήπως φταίνε πάλι οι κακοί χειρισμοί; Η επίμονη κόρνα σταματά τη συζήτηση στο αποκορύφωμα της. Ο Δημήτρης συνεχίζει τις κούρσες του. Σκέφτεται τι θα μπορούσε να αλλάξει, αλλά μένει για πάντα δυστυχής, έστω και αν βρίσκει τα 300 ευρώ για το νοίκι του.

«Από τον φασισμό στην αυτοκτονία»

-Καλησπέρα.

-Καλησπέρα, πού πάμε;

-Χαϊδάρι;

-Αλήθεια; Μόλις γύρισα από εκεί! Τι τυχερή μέρα!

-Γιατί; Συνήθως δεν έχετε τέτοιες κούρσες;

-Συνήθως; Ποτέ αγόρι μου.

Ο Αργύρης πάτησε τα 62 πριν από λίγους μήνες. Έχει δύο παιδιά και τρία εγγόνια. Δουλεύει ως οδηγός ταξί από πιτσιρικάς, «από τότε που εσύ δεν υπήρχες καν στον κόσμο», λέει γελώντας και κάνοντας μια τελευταία ρουφηξιά. «Σ’ ενοχλεί;», όχι του απαντώ. Πώς με κατάλαβε αναρωτιέμαι. «Σε είδα που άφησες μια χαραμάδα στο παράθυρο». Τα μάτια του δεν ξεγελιόνται ούτε με τ’ απλά, ούτε με τα πιο περίπλοκα. «Σπρώχνουν τον κόσμο είτε στην ακροδεξιά και τον φασισμό, είτε στην αυτοκτονία».

Φοβάται για τα παιδιά του. «Όλοι κάνουμε το ίδιο επάγγελμα. Αυτό μας ζει. Ο ένας μου γιος έχει τρία παιδάκια. Με πιάνει κάποιες φορές και μου λέει «ρε πατέρα δεν αντέχω άλλο. Θ’ αυτοκτονήσω». Ξέρετε πώς είναι να ακούς αυτή τη φράση από το παιδί σου;». Πιστεύει ότι δεν θα αλλάξει τίποτα. «Τουλάχιστον εύχομαι να ‘μαστε καλά. Δεν με νοιάζει για μένα και τη γυναίκα μου. Εμείς ό,τι ήταν να πάρουμε από τη ζωή το πήραμε. Εσείς όμως δεν έχετε προοπτικές. Πολλοί θα φύγουν στο εξωτερικό. Η Ελλάδα ζει εποχές που ζούσε ο δικός μου πατέρας».

Πράγματι, όπως γράφει κι ο Γουίλι, αυτή τη στιγμή κάποιος ψάχνει να βρει αν είναι καλή η μοναστηριακή μπύρα Βελγίου, κάποιοι ματαίως αναζητούν σουβλατζίδικα στη Σουηδία και κάποιος νόμιζε ότι πήρε για κάποιον ιδιαίτερο λόγο το όνομα της η πόλη του Έσεξ. Το λέει η καρδιά όποιου ανοίγει πανιά στη φουρτούνα, αλλά το μόνο σίγουρο είναι ότι δεν θα βυθιστεί.

 

Κώστας Παπαντωνίου

Σχόλια

Αρθρογράφος

Κώστας Παπαντωνίου

Γεννήθηκε και ζει στα Εξάρχεια. Αγαπά τους τοίχους, τους αγώνες και τους ανθρώπους τους. Του αρέσει να φωτογραφίζει και να γράφει για όσα δεν μπόρεσε να φωτογραφίσει. Από τα 9 του κυκλοφορεί με μια εφημερίδα στο χέρι και συνεχίζει να γράφει σε μπλοκάκι στα ρεπορτάζ. Ακούει Verve, Μπαλάφα και Grunge. Διαβάζει ό,τι του γυαλίσει στις βιτρίνες της Καλλιδρομίου, της Ζωοδόχου Πηγής, της Θεμιστοκλέους. Αγαπά τα νησιά και κάποτε θέλει να ζήσει σε ένα από αυτά. Μέχρι τότε, κάνει ό,τι περνάει από το χέρι του για μια διαφορετική δημοσιογραφία, με πολλά αυτοδιαχειριζόμενα 3point και γραφιάδες χωρίς περιορισμούς. Venceremos.

Σχετικά Άρθρα

X