Έχουν περάσει χρόνια από τότε που όλη η Ελλάδα καθηλωνόταν για να δει «τον Γκάλη, τον Γιαννάκη, τον Φιλίππου και τ’ άλλα παιδιά…». Πλέον η ουραγός της Superleague έχει μπάτζετ σχεδόν ίσο με τον πρωταθλητή Ελλάδος στο μπάσκετ, και σίγουρα λαμβάνει μεγαλύτερης προσοχής. Ποιος ο λόγος αυτής της άνισης μεταχείρισης;

Κρατάμε τη θρυλική ατάκα, αφήνοντας ελεύθερη τη φαντασία να σας τραβήξει σε όποιο όνομα ή οτιδήποτε άλλο θέλετε. Το ακόλουθο κείμενο κάνει μια σύγκριση στα χρήματα και τους χορηγούς που «πλησιάζουν» το ελληνικό ποδόσφαιρο, σε αντίθεση με αυτούς που τείνουν προς το ελληνικό μπάσκετ, τόσο σε επίπεδο εθνικών ομάδων, όσο και συλλογικό.

Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή και από την… πηγή τους. Στις 12 Ιουνίου ξεκινά το Παγκόσμιο Κύπελλο ποδοσφαίρου, το οποίο διεξάγεται στη Βραζιλία. Η εθνική ομάδα μετά βίας πέρασε στην τελική φάση, περνώντας μέσω μπαράζ. Όλοι ξέρουμε, ποδοσφαιρόφιλοι και μη, την ιστορία της ομάδας του Φερνάντο Σάντος και τι αναμένεται να ακολουθήσει σε ένα μήνα στα γήπεδα της χώρας του καφέ. Πόσοι όμως από όσους διαβάζουν αυτή τη στιγμή το κείμενο γνωρίζουν ότι δύο μήνες αργότερα, και συγκεκριμένα στις 30 Αυγούστου η εθνική μας ομάδα μπάσκετ δίνει τον πρώτο της αγώνα στο αντίστοιχο Παγκόσμιο Κύπελλο που διεξάγεται στην Ισπανία;

ethniki ellados

Παρακολουθήσαμε όλοι ζωντανά από το «μεγάλο κανάλι» το αντιπροσωπευτικό μας συγκρότημα να παίρνει την πρόκριση για το Μουντιάλ, ποιος είδε όμως την ομάδα του Αντρέα Τρινκιέρι να παλεύει για μια θέση στο Μουντομπάσκετ; Ακόμη, πόσοι γνωρίζουν, ή έστω γνώριζαν πριν τη θητεία του στην εθνική, τον – πρώην πλέον – προπονητή της;

Το ποδόσφαιρο, λένε, είναι το άθλημα του λαού. Από αυτή τη λογική δεν θα γινόταν να ξεφύγει και ο Έλληνας φίλαθλος. Το μπάσκετ, κακά τα ψέματα, μπήκε στα σπίτια μας τη δεκαετία του ’80, όταν και ολόκληρη η χώρα καθηλωνόταν κάθε Πέμπτη σε τηλεοράσεις, ραδιόφωνα και οι πιο τυχεροί στο γήπεδο, για να παρακολουθήσουν τον«Γκάλη, τον Γιαννάκη, τον Φιλίππου και τ’ άλλα παιδιά…». Από τότε κάτι άλλαξε. Οι ακαδημίες των ομάδων γέμισαν. Συνοικιακές ομάδες έβγαζαν παίκτες-ορόσημα, με πρόχειρο, αλλά τρανταχτό παράδειγμα, το Νίκο Χατζηβρέττα, ο οποίος έκανε τα πρώτα του βήματα στον Αίαντα Ευόσμου και έφτασε στην κορυφή της Ευρώπης, πάνω από μια φορές. Παρ’ όλα αυτά, η «κρίση» έστειλε και πάλι το ελληνικό μπάσκετ αρκετά χρόνια πίσω, με φωτεινές εξαιρέσεις.

Στο σημείο αυτό καλό θα ήταν να αναφέρουμε μερικούς αριθμούς. Ο ποδοσφαιρικός Ολυμπιακός, πρωταθλητής Ελλάδος και με μια πετυχημένη, για τα δεδομένα, πορεία στην Ευρώπη, πριν ξεκινήσει η σεζόν είχε μπάτζετ το οποίο υπολογιζόταν σε κάτι λιγότερο από 75 εκ. ευρώ (με βάσει τη σχετική ιστοσελίδα transfermarkt. Η αντίστοιχη ομάδα μπάσκετ, δευτεραθλητής Ελλάδος και πρωταθλητής Ευρώπης (για το 2013, καθώς οι φετινές εντός συνόρων υποχρεώσεις δεν έχουν ολοκληρωθεί) ξεκίνησε τη χρονιά με μπάτζετ 14 εκ. ευρώ κατά προσέγγιση. Οι αριθμοί αυτοί φυσικά μιλούν μόνο για τους παίκτες, χωρίς να υπολογίζεται τεχνικό τιμ και άλλα έξοδα.

olympiacos 2013

Ο πρωταθλητής του 2013 Παναθηναϊκός ξεκίνησε τη σεζόν 2013-2014 με μπάτζετ περίπου 13 εκ. ευρώ, ενώ ο αντίστοιχος ποδοσφαιρικός (ο οποίος θεωρήθηκε «φτωχός» σε σχέση με άλλες χρονιές) είχε μπάτζετ λίγο παραπάνω από 24 εκ. ευρώ. Ο τελευταίος της Superleague Άρης είχε μπάτζετ περίπου 10 εκατομμυρίων, με τον πιο ακριβοπληρωμένο παίκτη του, Ανδρέα Τάτο, να λαμβάνει 1.250.000. Αν προσθέσουμε το μπάτζετ τον διεκδικητών της 3ης θέσης τηςBasketLeague, Πανιωνίου και ΠΑΟΚ, αγγίζουμε τα 2/3 του μισθού του Ανδρέα Τάτου (περίπου 500 χιλ. για τον Πανιώνιο και 350 χιλ. για το σύλλογο της Θεσσαλονίκης).

Σε επίπεδο εθνικών ομάδων, αρκεί απλώς να αναφέρουμε πως η εθνική καλαθοσφαίρισης από το 2001 έχει έναν και μοναδικό χορηγό, ενώ η αντίστοιχη του ποδοσφαίρου έχει χορηγούς από τράπεζες και τηλεφωνικές εταιρείες μέχρι οίκους μόδας. Το κύρος όμως δεν μετριέται με χορηγούς. Το κύρος μετριέται στο γήπεδο, εκεί όπου η εθνική ομάδα μπάσκετ έχει να επιδείξει, τόσο σε επίπεδο ομάδας όσο και ανά καλαθοσφαιριστή, μια τροπαιοθήκη αξιοζήλευτη. Αντίθετα με εκείνη του ποδοσφαίρου, όπου αν εξαιρέσουμε ποδοσφαιριστές Παναθηναϊκού και Ολυμπιακού οι οποίοι πλέον έχουν μειωθεί σημαντικά, το… ράφι μοιάζει μάλλον σκονισμένο. Ίσως κάποιος προβάλλει το γεγονός πως «πολλοί παίκτες, ο Καραγκούνης, ο Μήτρογλου, ο Σαμαράς, παίζουν στο εξωτερικό». Η μισή εθνική μπάσκετ αγωνίζεται στο εξωτερικό. Η υπόλοιπη; Διεκδικεί (ευρωπαϊκούς) τίτλος με ομάδες εντός συνόρων. Για να μην αναφέρουμε τη γενιά που έρχεται «από πίσω», με κορυφαίο παράδειγμα τον Γιάννη Αντετοκούμπο που αγωνίζεται στην άλλη άκρη του Ατλαντικού και το δίδυμο Μποχωρίδη – Βεζένκοφ να ακολουθεί με τους ειδικούς να τους χαρακτηρίζουν ως δύο από τους κορυφαίους νέους παίκτες της Ευρώπης.

antetokoumpo-aris

Για να μην μακρηγορούμε επιπλέον, καταλήγουμε στο εξής συμπέρασμα: Όλα τα αθλήματα καλά, όλα εντυπωσιακά (σε γενικές γραμμές, ας μην υπερβάλουμε!). Το θέμα αρχίζει και τελειώνει στο μάρκετινγκ. Ένα μάρκετινγκ το οποίο έχει αναγάγει το ποδόσφαιρο σε θρησκεία, με τη θρησκεία να αποτελεί «το όπιο του λαού». Για να το κάνουν, θα έχουν τους λόγους τους. Κι εμείς, για να γράφουμε όσα γράφουμε, έχουμε τους δικούς μας λόγους, κυρίως φιλομπασκετικούς και «παραπονιάρικους». Απλώς είναι κρίμα να μην δίνεται η απαραίτητη προσοχή σε ανθρώπους που, είτε φορούν το εθνόσημο είτε τη φανέλα του συλλόγου τους, κάνουν περήφανους χιλιάδες κόσμου.

Σχόλια

X