Έχεις νιώσει ποτέ την απελευθέρωση που προσφέρει μια βουτιά; Μια βουτιά στη θάλασσα, εννοώ, από κάποιο ψηλό βράχο.

Ο πρώτος φόβος: Είναι ψηλά. Κι αν χτυπήσω; Κι αν πέσω σε άλλο βράχο; Κι αν τελικά το νερό είναι πολύ βαθύ, ή κρύο, ή αν δεν μπορέσω να αναδυθώ;

Το πρώτο βήμα: Θα το κάνω. Μπορώ να το κάνω. Θέλω να το κάνω. Θέλω να το κάνω; Θέλω. Και μπορώ, και δεν υπάρχει κάτι να με σταματήσει.

Παίρνεις φόρα, τρέχεις, πηδάς, κλείνεις τα μάτια, πετάς. Ο αέρας σου κλείνει τα αυτιά, δεν έχεις αίσθηση να σου θυμίζει ότι είσαι στον πραγματικό κόσμο. Αυθόρμητα κουνάς τα χέρια σαν πουλί -ξέρεις ότι δεν μπορείς να πετάξεις, αλλά εκείνη τη στιγμή το καταφέρνεις τόσο καλά. Το νερό πλησιάζει, δεν το βλέπεις, το αισθάνεσαι, σε δευτερόλεπτα το νιώθεις να σε καλύπτει, δεν αντέχεις, θέλεις να αναδυθείς, μα στάσου μια στιγμή, είναι τόσο γαλήνια εδώ κάτω…

Εδώ μπορείς και αιωρείσαι, ανέμελος. Εδώ μπορείς να αδειάσεις το μυαλό σου. Δεν υπάρχουν φωνές, δεν υπάρχει η ασχήμια του κόσμου, μόνο το νερό που σε περιβάλλει και μια γαλήνη τόσο οικεία, που είχες να την νιώσεις από την κοιλιά της μάνας σου. Εδώ αφήνεσαι, σώμα ελεύθερο, νους ελεύθερος, άνθρωπος ελεύθερος.

Σιγά σιγά το οξυγόνο λιγοστεύει, αλλά δεν θέλεις να αναδυθείς. Παλεύεις να μείνεις κάτω από την επιφάνεια, στο μοναδικό μέρος που μπορείς να είσαι ο εαυτός σου, αλλά αδελφέ μου, θέλεις και να ζήσεις. Ο μισός εαυτός σου σε τραβά πίσω, στο οξυγόνο, στα προβλήματα που μοιάζουν βουνό, στα καθημερινά αδιέξοδα, κι ο άλλος μισός σε τραβά σε μια αιωνιότητα γαλήνης κι ελευθερίας, αλλά δεν θα είσαι εκεί για να τη νιώσεις. Θα ‘χεις φύγει πλέον.

Μια δυνατή σπρωξιά, κι άλλη μια, για να βγάλεις το κεφάλι σου στην επιφάνεια. Όσο όμως προσπαθείς, τόσο απομακρύνεται η επιφάνεια, θα έλεγε κανείς ότι μένεις στο ίδιο σημείο. Έρχεται κύμα, πρέπει να βγεις. Έρχεται κύμα πρέπει να βγεις! Παλεύεις να αφήσεις πίσω σου την ελευθερία, για να βρεις μπροστά σου τη ζωή, αλλά η ίδια η ζωή δεν σε αφήνει να επιστρέψεις. Άργησες. Παλεύεις, κολυμπάς, με σπασμωδικές κινήσεις, με απελπισμένες κινήσεις, προσπαθείς να επιστρέψεις στην επιφάνεια για να αντιμετωπίσεις τη ζωή και να αντικρίσεις τον ήλιο, παλεύεις, χτυπάς στο βράχο, προσπαθείς να πιαστείς, το κύμα σε τραβάει, παλεύεις, βγάζεις το κεφάλι στην επιφάνεια, παίρνεις ανάσα, σε καλύπτει το κύμα και σε παίρνει μακριά από το βράχο, άλλη μια προσπάθεια, δεν αντέχεις άλλο, σταματάς,

παραδίνεσαι,

παραδίνεσαι,

παραδίνεσαι…

Ησυχία, γαλήνη παντού, ελευθερία. Αλλά δεν είσαι εκεί. Η επιθυμία σου για μερικά δευτερόλεπτα ησυχίας παραπάνω, σε έκανε να χάσεις ότι πολυτιμότερο είχες. Το θόρυβο που κάνει η ζωή.

Στοιχειωμένος Σπίτης

Σχόλια

X