Ήρθαμε από τόπους αιματοβαμμένους. Ανάμεσα στα συντρίμμια και τους νεκρούς που άφησαν πίσω τους οι βομβαρδισμοί, ήταν τα παιδιά, οι πατεράδες, τ’ αδέρφια, τα εγγόνια, οι παππούδες, οι φίλοι μας.

Ήρθαμε από τόπους αιματοβαμμένους, που ορκιστήκαμε να μη ξαναδούμε. Τα σπίτια μας γκρεμίστηκαν, οι δουλειές μας χάθηκαν κάτω από τη σκόνη και τα αποκαΐδια των μαγαζιών που κάποτε ανοίξαμε με όνειρα και προσδοκίες.

Ξοδέψαμε περιουσίες σ’ εμπόρους ελπίδας. Τους ακούσαμε να λένε για βάσανα που θα σταματούσαν, για ζωές που θα άλλαζαν στην πολιτισμένη Ευρώπη.

Περπατήσαμε ώρες για να πάμε από χώρα σε χώρα. Μείναμε νηστικοί για μέρες. Πολλοί βουλιάξαμε μαζί με τις βάρκες που μας μετέφεραν. Τα σώματά μας δεν βρέθηκαν ποτέ και ποτέ δεν μας θρήνησαν.

Ήρθαμε από τόπους αιματοβαμμένους. Κι είδαμε το αίμα μας να βάφει και τους ξένους. Μας μαχαίρωσαν οι γείτονες που βρήκαμε. Μας βασάνισαν τ’ αφεντικά μας γιατί ζητήσαμε το μεροκάματο που δουλέψαμε. Μας μίσησαν για το χρώμα μας.

Μετά μας έβαλαν σε κλουβιά. Να μη βλέπουμε το φως της μέρας ούτε για μια στιγμή. Να κατουράμε σε μπουκάλια και να κοιμόμαστε στα πατώματα, ο ένας πάνω στον άλλο.

Ήρθαμε από τόπους αιματοβαμμένους και μας στέλνουν πίσω σ’ αυτούς. Δεν θα τους παίρνουμε πια τις δουλειές, δεν θα τους βρομίζουμε πια τους δρόμους, δεν θα τους ασχημαίνουμε πια τη ζωή. Μια ζωή όμως, που ήταν γκρίζα και πριν έρθουμε.

Σχόλια

X