Ο Μάρκο γέλασε δυνατά. Ο θάνατος δεν τον στεναχωρούσε πια. Είχε γίνει ένα με το σώμα του. Τον είχε βιώσει στον ίδιο, στους συντρόφους του. Του ήταν κάτι οικείο.

«Δεν είμαι εξοικειωμένη με τον θάνατο» είπε η Γκρέις. «Τον φοβάμαι». Όπως όλοι, σκέφτηκε ή ήθελε να πιστεύει.

Κυνισμός. Έτσι το αποκαλούσε η Γκρέις. Κυνικός ήταν ο Μάρκο. Ο Μάρκο που στη σκέψη του θανάτου δεν λύγιζε πια όπως όταν ήταν 17 χρονών.

Τότε ήταν που έπαψε να φοβάται το θάνατο, τότε που ο θάνατος έγινε καθημερινός σύντροφός του. Όταν αποφάσισε για πρώτη φορά να αντισταθεί και πήρε την απάντηση που του επιφύλασσαν: τα πρώτα σημάδια στο κορμί του.

Το πρώτο αποτύπωμα της αδικίας που «βασιλεύει» και της δικαιοσύνης για την οποία μάχεται. Ύστερα ακολούθησαν κι άλλα, πιο βαθιά, περισσότερο εμφανή. Χαραγμένα στο πρόσωπό του, στην έκφρασή του, τη στιγμή που μιλούσε για το θάνατο.

Φόβος και θαυμασμός ήταν τα δύο αντιφατικά συναισθήματα που κατέκλυζαν την Γκρέις.

Θαυμασμός για όσα αντέχει η ψυχή του.

Φόβος για όσα ο Μάρκο είναι ικανός να κάνει.

Ίσως να υπάρχει κι ένα ψήγμα αβεβαιότητας και για όσα η Γκρέις είναι ικανή να κάνει. Να αγαπήσει κάποιον σαν τον Μάρκο.

 

*Άλλη μία στιγμή από την ιστορία της Γκρέις και του Μάρκο: «Δεν είναι τίποτα, ένα σημάδι…»

Σχόλια

X