Πρόλογος

Ανοίγω λίγο τα παντζούρια να με δει ο ήλιος. Καλοκαίριασε, μα πως γίνεται να βρέχει ακόμα; Αναγκάζω τα μάτια μου να κοιτάξουν τον ήλιο γιατί μου λείπουν βιταμίνες, είπε ο γιατρός. Να ερωτεύεσαι μια φορά τον μήνα, μου είπε, γιατί αλλιώς θα πεθάνεις.

Τι να κάνω, δεν έχω επιλογή, παρά αυτές τις λίγες που μου έδωσες. Είπα, εγώ δεν ξαναερωτεύομαι, ποτέ και κανέναν, αλλά μπορώ αν θέλεις, να αναπολώ, να αναβιώνω και να θυμάμαι.

Κεφάλαιο Πρώτο

Ζεστό καλοκαίρι σε κάτι βουνά δίπλα από την θάλασσα. Έλα να με πάρεις με το αυτοκίνητο να πάμε βόλτα και να πιούμε ούζο. Άνοιγα το παράθυρο, έβγαζα έξω το χέρι μου και το άφηνα να αναμετρηθεί με τον άνεμο. Ένιωθα ελεύθερη καθώς ένιωθα τις αντίθετες δυνάμεις να νικάν τον ρομαντισμό μου που αγνοούσε νόμους φυσικής. Προσπαθούσα να κάνω το ραδιόφωνο να δουλέψει, αλλά έπιανε μόνο κάνα δυο σταθμούς, εκεί πάνω που ήμασταν. Χορεύεις ωραία, μου λες και γω γουρλώνω τα μάτια μου. Τί εννοείς; Χορεύεις ωραία, σε παρατηρούσα χθες πως σε κοίταγαν όλοι όταν χόρευες με εκείνον τον τύπο που δεν ξέρω ποιος είναι.

Κεφάλαιο Δεύτερο

Ατελείωτη ελευθερία, το μυαλό μου δεν σκέφτεται, μόνο κάνει. Έλα μωρέ, δεν με νοιάζει. Έλα μωρέ, δεν με νοιάζει. Έλα ντάξει, ίσως με νοιάζει λίγο, μόνο τόσο δα. Σου βάζω μουσική και βαριέσαι. Μας φαντάζομαι ένα ήσυχο μεσημέρι αγκαλιασμένους στο δυάρι στου Ζωγράφου. Εσύ να καπνίζεις και να πίνεις φραπέ, εγώ να διαβάζω τα βιβλία μου και να σου φωνάζω κάθε φορά που βρίσκω μια ενδιαφέρουσα γραμμή. Έλα ηρέμησε, μου λες, υπογράμμισε τις και μετά όταν το διαβάσω και εγώ θα σου πω ποιες προτιμώ. Με κοιτάς που έχω πάρει ένα χαρτί και σου ζητάω ένα μολύβι. Με κοιτάς περίεργα, με κοιτάς επίμονα. Θα γράψω μυθιστόρημα, σου λέω. Κάποια μέρα θα γίνω συγγραφέας, στο ορκίζομαι, και άμα μιλάμε ακόμα, θα στο αφιερώσω, στο υπόσχομαι.

Κεφάλαιο Τρίτο

Αδιάφορες βόλτες στο κέντρο της Αθήνας. Χαμογελάω, με κοιτάς. Μιλάω, με κοιτάς. Είσαι καλά; Είμαι καλά. Θέλεις κάτι; Εσένα. Πρόσεχε μην κρυώσεις, μήπως πεινάς; Μήπως νυστάζεις, να γυρίσουμε σπίτι; Σου λέω να πάμε για παγωτό και με κοιτάς περίεργα. Είναι Φεβρουάριος, μου λες. Και τι με νοιάζει, εγώ θέλω παγωτό. Τα λόγια δεν φτάνουν, προσπαθώ να σου εξηγήσω, δεν φτάνουν να εξηγήσουν πως νιώθει ο άνθρωπος. Γι’ αυτό δεν τα θέλω. Γι’ αυτό τα σιχαίνομαι τα λόγια. Και μην βλέπεις που γράφω, δεν γράφω για μένα, ούτε για σένα. Γράφω επειδή καμιά φορά οι άνθρωποι ψάχνουν διεξόδους, ψάχνουν τα χαμένα τους όνειρα στις ζωές των άλλων. Οι γονείς μας για παράδειγμα, ψάχνουν να ζήσουν μέσα από τις δικές μας ζωές, μέσα από τις δικές μας επιτυχίες. Οι άνθρωποι, άμα μπορώ να μιλάω για τους ανθρώπους, δεν έχουν όνειρα, έχουνε μόνο φαντασιώσεις, έχουνε μόνο ελπίδες και περιμένουν πως θα ξυπνήσουν μια μέρα και όλα θα είναι ροζ. Μα πόσο αστείο είναι αυτό. Πόσο αστείο και εξοργιστικό. Μίλησε μου λίγο, πες μου τι πιστεύεις για τους ανθρώπους.

Κεφάλαιο Τέταρτο

Βρέχει και εσύ έχεις αλλάξει τόσο πολύ. Τα μαλλιά σου σαν να σκούρυναν, το δέρμα σου σαν να χλόμιασε και τα μάτια σου σαν να δακρύζουν πιο εύκολα. Βρήκες καμιά άλλη να αγαπήσεις, σε ρωτάω. Μπα όχι, μου λες και κατεβάζεις το βλέμμα σου. Άμα ήσουν λουλούδι, θα ήσουν σαν κι αυτά που παλιά, όταν ήμασταν μικρά, λέγαμε σκυλάκια. Τα θυμάσαι; Τα πιέζαμε με τα μικροσκοπικά δάχτυλά μας και έκαναν σαν να γαβγίζουν. Να έτσι και εσύ, μια ήρεμος, μια εκνευρισμένος. Μια όμορφο λουλούδι, μια λυσσασμένο σκυλί.

Κεφάλαιο Πέμπτο

Σου είπα μ’ αρέσει η θάλασσα και ήρθες να με πάρεις να πάμε εκδρομή. Και τι να γίνει, θα κοιμόμαστε μαζί κάθε μέρα, θα σε βαρεθώ. Θα ξυπνάω το πρωί, θα σε βλέπω. Θα κοιμάμαι το βράδυ, θα σε βλέπω. Εγώ έχω συνηθίσει 19 χρόνια (βγάλε και κάνα δυο που κοιμόμουν στο κρεβάτι των γονιών μου) να κοιμάμαι μόνη μου και να μην με ενοχλεί κανείς. Δεν είμαι όμορφη όταν ξυπνάω, δεν είμαι καλή στις αγκαλιές, σου λέω δεν ξέρω από σχέσεις, δεν ξέρω από αγάπη. Φοράω το μαγιό μου και παίρνω μια πετσέτα για να κρύψω την κοιλιά μου. Την τραβάς και αρχίζεις να με φιλάς -στην κοιλιά. Κοκκινίζω λίγο, αλλά μ’αρέσει. Καθόμαστε κάτω από τον ήλιο με τις ώρες, διαβάζουμε βιβλία, ακούμε μουσική και τρώμε ένα τεράστιο καρπούζι που αγόρασες από τον μανάβη. Ακουμπάω το κεφάλι μου στο στέρνο σου, στην αριστερή πλευρά, λίγο πιο κάτω από τον ώμο, και με παίρνει ο ύπνος. Ξυπνάω ένα δευτερόλεπτο πριν με ρίξεις στην κρύα θάλασσα. Σου θυμώνω. Για πέντε δευτερόλεπτα.

Κεφάλαιο Έκτο

Κάποια τραγούδια σε θυμίζουν, κάποια όχι. Φωτογραφίες μαζί σου δεν έχω. Το όνομά σου δεν το λέει κανείς και τίποτα. Τίποτα, μόνο στις σκέψεις μου πια ζεις. Ούτε ξέρω που είσαι, ούτε ξέρω αν έστω και λίγο το μυαλό σου χάνεται σε μέρη που είχαμε πάει μαζί. Πάντα κοντά στην θάλασσα, πάντα μακριά από τον κόσμο, πάντα ο ένας λίγα εκατοστά μακριά από τον άλλον, για πολλή ώρα, μέχρι να αναστενάξεις και γω να πάρω το μήνυμα ότι πρέπει να έρθω να σε φιλήσω επιτέλους. Ίσως και να μην ήταν μήνυμα, ίσως να το έφτιαξα εγώ με το εμμονικό μυαλό μου. Θυμάσαι ένα βράδυ που σου έλεγα κάτι μικρά μου μυστικά; Πως τα βράδια του καλοκαιριού δεν μπορώ να κοιμηθώ και γι’ αυτό γράφω, πως κάποιες μέρες κόλλαγα ένα μικρό χαρτάκι με το όνομά σου στον καθρέφτη του μπάνιου για να ξυπνάω χαρούμενη, πως όταν είμαι μαζί σου δεν μπορώ να χαμογελάσω γιατί με θλίβει το ότι δεν θα είμαστε ποτέ μαζί.

Επίλογος.

Δεν με γεμίζει τίποτα και κανένας. Οι αναμνήσεις είναι παρελθόν και το μεγαλύτερο λάθος μας είναι που προσπαθούμε να φτιάξουμε ένα δικό μας μέλλον μέσα από αυτές. Το μεγαλύτερο λάθος μου είναι που προσπαθώ να φτιάξω έναν δικό μου εαυτό μέσα από άλλους, πολλούς και διάφορους, γνωστούς και άγνωστους. Κάθε μικρός διαβάτης της ζωής μου άφησε και κάτι πίσω του, να θυμάμαι να μην ξανά πιστέψω τους ανθρώπους, να θυμάμαι να μην ξανά αγαπήσω, να θυμάμαι πως όλοι είμαστε και λίγο μόνοι μας τελικά. Εμείς, είμαστε το ξεθωριασμένο παρελθόν μας.

Σχόλια

X