Αν δεν είσαι εκεί, δεν μπορείς να ξέρεις. Αν πάλι είσαι, δύσκολο να υπολογίσεις. Όπως και να `χει, υποθέτεις. Και νιώθεις. Πάντα. Νιώθεις και υποθέτεις. Βλέπεις γύρω μεγάλους και μικρούς. Μακεδνούς ή πιο κοντούς. Άντρες πάνω σε άλογα, στολισμένους παράλογα. Γυναίκες με πλακάτ, παιδιά με σημαιάκια. Ξένοι όλοι μεταξύ τους, ξένος και ο τόπος τους.

Λίγα χιλιόμετρα πιο πέρα κι άλλοι, αδιάφοροι, εξίσου άγνωστοι. Μεταξύ τους και μεταξύ των άλλων. Των αγνώστων. Μιλάνε άλλη γλώσσα. Διαβάζουν άλλα γράμματα. Κοιτούν τον ίδιο ήλιο, βλέπουν αλλού τη σκιά. Ζητούν κάτι που δεν τους ανήκει, ζητάς κάτι που δεν είναι δικό σου. Πιθανότατα έχετε συναντηθεί. Αλλάζοντας κλεφτές ματιές, αδιάφορες, περαστικές. Ίσως τους έδωσες λεφτά. Μπορεί να γέμισες βενζίνη κάποτε. Ή και πιο συχνά. Ίσως ακόμα να πόνταρες σε ματαιόδοξα νούμερα, ένα βράδυ μετά το γλέντι με φτηνά ποτά και τσιγάρα. Στα στέκια τους. Αυτά που αποκαλείς αλλιώς. Που δυσκολεύεσαι να τα προφέρεις όταν τα βλέπεις γραμμένα σε ταμπέλες, βγαίνοντας απ` τη δική σου γειτονιά. Κι αυτοί, ίσως σου `δωσαν τα εφόδια να το κάνεις. Μιαν άλλην εποχή, ανακυκλώνοντας το χρήμα που τους «ακούμπησες» εκείνο το βράδυ μετά το γλέντι. Με τα φτηνά ποτά και τα τσιγάρα. Κι αυτοί καθίσαν στην ταβέρνα σου, τους μύρισε το ψάρι. Βγαίνοντας από κείνη την αμμουδιά που έχεις βαρεθεί. Γιατί την έχεις πάντα στα πόδια σου. Και σε κούρασε.

Κι είσαι απ` αυτούς που τώρα κραδαίνεις το πλακάτ. Από κείνους που το πήραν λίγο πιο πατριωτικά. Τώρα δε σκέφτεσαι τα φτηνά τσιγάρα. Τώρα σκέφτεσαι την πατρίδα. Αυτή που πρόδωσες αρκετές βραδιές και θα ξαναπροδώσεις άλλες τόσες. Αυτήν που σε μάθανε να παραδίδεις μέσα σε φάκελους σαλιωμένους και σε κασόνια παλιά, παρατημένα, πρόχειρα στημένα πίσω από κακοφορμισμένα παραβάν. Κι εγώ σε κρίνω. Και το `χω σιχαθεί όλο αυτό. Και το σιχαίνομαι κάθε που το ξαναζώ. Απέναντι στέκω και απορώ. Είμαι ένας από κείνους που πάντα απορούσαν και πάντα θα απορούν. Όχι με σένα. Αλλά με τον εαυτό τους. Που κρίνουν τους άλλους. Που πάντα το κάναν και πάντα θα το κάνουν. Κι (αν) έχω άδικο;

Σχόλια

Αρθρογράφος

Πάνος Κατηφόρης

Γεννήθηκε στον Πειραιά και μεγάλωσε στην Ανάκασα. Παρόλα αυτά θεωρεί πατρίδα του τη Λευκάδα, με την οποία έχει και ιδιαίτερη σχέση, όχι μόνο καταγωγής. Απόφοιτος της δημοσιογραφικής σχολής της ΑΚΜΗΣ, ασχολήθηκε πολύ νωρίς με το αθλητικό ρεπορτάζ, κάνοντας τα πρώτα του βήματα στην ιστοσελίδα balla.gr και τα σημαντικότερα στο sport.gr Γράφει για το δίκιο και το άδικο και μολονότι εύκολα θα αποδεχτεί το λάθος του, σπάνια δεν θα το υποστηρίξει μέχρι τέλους. Εκτός από το αθλητικό ρεπορτάζ, έχει ασχοληθεί με το ελεύθερο, αυτό της τοπικής αυτοδίκοικησης, το τεχνικό κομμάτι της φωτοειδησιογραφίας, του μοντάζ αλλά και του livestreaming.

Σχετικά Άρθρα

X