Ο Οκτάβιο Πας γεννήθηκε το 1914 στο Μεξικό. Δημοσίευσε την πρώτη του ποιητική συλλογή το 1937, στην Ισπανία. Ακολούθησε καριέρα διπλωμάτη, αλλά παραιτήθηκε το 1968, ως ένδειξη διαμαρτυρίας στην αιματηρή καταστολή των φοιτητικών διαδηλώσεων στο Tlateloco του Μεξικού, με αφορμή τους Ολυμπιακούς Αγώνες. Αργότερα δίδαξε σε φημισμένα πανεπιστήμια ανά τον κόσμο, ενώ συνέχισε να γράφει. Στις 11 Οκτωβρίου του 1990 βραβεύτηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας για το ποιητικό του έργο. Έφυγε από τη ζωή το 1998.

Ακολουθεί ένα από τα πιο γνωστά του ποιήματα, η Ηλιόπετρα, σε μετάφραση Κώστα Κουτσουρέλη (από την ομότιτλη συλλογή, Εκδόσεις Μαΐστρος, 2007).

μια ιτιά κρυστάλλινη, μια υδρόεσσα λεύκα,
ένα ανεμοδαρμένο σιντριβάνι,
ένα δέντρο βαθύ που όμως χορεύει,
το πέρασμα ενός ποταμού που ελίσσεται,
μακραίνει, αναποδίζει, αλλάζει κοίτη
και πάντα εκβάλλει:
μία πορεία γαλήνια
άστρου ή άνοιξης που δεν επείγει,
νερό που με τα βλέφαρα κλεισμένα
όλη τη νύχτα μαντικό αναβλύζει,
μια ομόφωνη ροή κύμα το κύμα
ώσπου να κρύψει η τρικυμία τα πάντα,
μια πράσινη επικράτεια δίχως δύση
όπως η λάμψη η άγρια των φτερούγων
σαν ξεδιπλώνουν στ’ ουρανού τη μέση,

μία πορεία ανάμεσα απ’ τις λόχμες
των ημερών που θά ‘ρθουν κι η μοιραία
λάμψη της δυστυχίας σαν τραγούδι
ενός πουλιού που απολιθώνει δάση
και κείνες οι ευτυχίες απ’ το μέλλον
μες στα κλαδιά που ξεθωριάζουν,
ώρες φωτός που ήδη πουλιά ραμφίζουν,
οιωνοί που δραπετεύουν απ’ τα χέρια,

μια παρουσία σαν έξαφνο τραγούδι,
σαν άνεμος που τραγουδά στις φλόγες,
δυο μάτια που τον κόσμο μετεωρίζουν
μ’ όλα τα πέλαγα και τα βουνά του,
σώμα από φως που φίλτραρε ο αχάτης,
μηροί από φως, κοιλιά από φως, οι κόλποι,
οι βράχοι του ήλιου, ένα κορμί στο χρώμα
του σύννεφου, στο χρώμα άλτριας μέρας,
η ώρα σπινθηρίζει, παίρνει σώμα,
είναι ορατός στο σώμα σου ήδη ο κόσμος,
διάφανος μες στη διαφάνειά σου […]

γραφή φωτιάς επάνω στον νεφρίτη,
άνασσα των φιδιών, σχισμή στον βράχο,
στήλη του ατμού, πηγή μέσ’ απ’ την πέτρα,
αυλή του φεγγαριού, αετοράχη,
σπέρμα γλυκάνισου, θανάτου αγκάθι
ελάχιστο που δίνει αθάνατα άλγη,
ποιμένισσα κοιλάδων υποβρύχιων,
επόπτρια μες στην κοιλάδα του Άδη,
λιάνα πιασμένη απ’ τους γκρεμούς του ιλίγγου,
φυτό που αναρριχάται όλο φαρμάκι,
λουλούδι ανάστασης, ζωής σταφύλι,
κυρά της αστραπής και της φλογέρας,
βραγιά των γιασεμιών, στο τραύμα αλάτι,
μπουκέτο ρόδα στον τουφεκισμένο,
σελήνη της αγχόνης, χιόνι Αυγούστου,
γραφή θαλάσσης πάνω στον βασάλτη,
πάνω στην έρημο η γραφή του ανέμου,
μια διαθήκη του ήλιου, ρόδι, στάχυ,

όψη καμένη, καταφαγωμένη,
όψη εφηβική, κατατρεγμένη,
χρόνια φαντάσματα, κύκλιες ημέρες
που σ’ ίδια αυλή οδηγούν, στον ίδιο τοίχο,
καίει η στιγμή, κι είναι μια όψη μόνο
οι όψεις οι διαδοχικές της φλόγας,
ένα όνομα όλα τα ονόματα είναι,
όλα τα πρόσωπα είναι ένα μόνο,
μονάχα μια στιγμή όλοι οι αιώνες,
και πάντα στους αιώνες των αιώνων
θα φράζουν του αύριο την οδό δυο μάτια,

τίποτα εμπρός μου, μια στιγμή μονάχα
ανακτημένη απόψε, ονειρεμένη
πέρ’ απ’ του ονείρου τις μεικτές εικόνες,
στ’ όνειρο επάνω βίαια λαξεμένη,
απ’ το μηδέν βγαλμένη αυτής της νύχτας,
με τα δικά μου χέρια αναστημένη
γράμμα το γράμμα, ενώ έξω επείγει ο χρόνος
και της ψυχής μου κρούει σκαιά τις πόρτες
ο κόσμος με ωράριο σαρκοβόρο […]

όλα μεταμορφώνονται, όλα αγιάζουν,
κέντρο του κόσμου κάθε κάμαρα είναι,
κάθε μια πρώτη νύχτα, πρώτη μέρα,
γεννιέται ο κόσμος όταν δυο φιλιούνται,
μια στάλα φως στα διάφανά μας σπλάχνα
η κάμαρα σαν φρούτο μισανοίγει
ή εκρήγνυται σαν σιωπηλό αστέρι
κι οι νόμοι φαγωμένοι απ’ τα ποντίκια,
κάγκελλα τραπεζών, δεσμωτηρίων,
συρματοπλέγματα, χάρτινες γρίλιες,
τ’ αγκάθια, τα κεντριά και οι σφραγίδες,
το μονόχορδο κήρυγμα των όπλων,
μελίρρυτοι σκορπιοί με πετραχήλι,
ο τίγρης με το ημίψηλο που ηγείται
του Ερυθρού Σταυρού ή των Χορτοφάγων,
όνοι παιδαγωγοί κι εθνοπατέρες,
κροκόδειλοι που κάνουν τους σωτήρες,
ο Ηγέτης, το τσακάλι, ο εργολάβος
του μέλλοντος, το ένστολο γουρούνι,
ο υιός ο εκλεκτός της Εκκλησίας
που πλένει μ’ αγιασμό τα μαύρα δόντια
κι ακούει μαθήματα αγγλικών κατ’ οίκον
ή και δημοκρατίας, αθέατοι τοίχοι
και σάπιες προσωπίδες που χωρίζουν
τον άνθρωπο απ’ τους άλλους τους ανθρώπους,
τον άνθρωπο απ’ τον ίδιο,
καταρρέουν
σε μια αχανή στιγμή καθώς για λίγο
νιώθουμε τη χαμένη ενότητά μας,
τη δόξα και την ερημιά του ανθρώπου
που θάνατο, ήλιο και ψωμί μοιράζει,
το ξεχασμένο σάστισμα πως ζούμε […]

Ο Πας επηρέασε πολλούς μεταγενέστερους ποιητές, αλλά και τραγουδοποιούς, όπως τον Θανάση Παπακωνσταντίνου, που εμπνεύστηκε το τραγούδι του «Ηλιόπετρα» από το παραπάνω ποίημα του μεξικανού λογοτέχνη:

Ακολουθούν οι στίχοι του Θανάση Παπακωνσταντίνου:

Θανάσης Παπακωνσταντίνου – Ηλιόπετρα (στίχοι βασισμένοι στο ποίημα του Οκτάβιο Πας)

Γεννιέται ο κόσμος όταν φιλιούνται δυο
Η αγάπη πόλεμος, πόρτα που ανοίγει
Μέσα στα σπλάχνα σταλάζει λίγο φως
Είναι φεγγίτες τα σώματα που σμίγουν

Πλάι μου βαδίζεις σαν δέντρο σκιερό
Κάτω από έναν ήλιο δίχως ηλικία
Τα μάτια σου είναι κρήνες ονείρου όπου παν
Συχνά και ξεδιψάν τα άγρια θηρία

Αλλάζει ο κόσμος όταν φιλιούνται δυο
Μεταμορφώνεται, όλα αγιάζουν
Ο σκλάβος βγάζει στους ώμους του φτερά
Παύεις να είσαι ένας ακόμα ίσκιος

Ζητάω το πρόσωπό σου, ξανά παραληρώ
Βραγιά των γιασεμιών και στην πληγή αλάτι
Αγκάθι του θανάτου, αυγή του φεγγαριού
Γραφή θαλασσινή απάνω στο βασάλτη

Μικραίνει ο κόσμος όταν φιλιούνται δυο
Γίνεται η κάμαρα κέντρο του κόσμου
Και μισανοίγει σαν φρούτο ώριμο
Ή σαν αστέρι εκρήγνυται και σβήνει

Η φούστα σου παφλάζει φτιαγμένη από νερό
Τα κόκαλά μου βρέχει με τη μία
Μα όσο και να βρέχεις δε θα φοβηθώ
Γιατί είναι η κοιλιά σου ηλιόλουστη πλατεία

Γυμνός ο κόσμος όταν κυλιούνται δυο
Από τον ίλιγγο πάνω στη χλόη
Λύνονται οι κάβοι, σαλπάρουν οι ψυχές
Ο χώρος είναι σιωπή και φως μονάχα

Σχόλια

X