Είναι η πρώτη φορά τα τελευταία χρόνια που στις αρχές Αυγούστου, έχοντας περάσει το μισό του καλοκαιριού, η πολιτική επικαιρότητα είναι ακόμα ενεργή. Συνήθως το καλοκαίρι δεν έχουμε ειδήσεις και κυριαρχούν κάτι αθλητικές εκδηλώσεις και κάτι πολιτιστικά φεστιβάλ, ορισμένα πολύ αξιόλογα, που δυστυχώς δεν τα μαθαίνουμε εμείς εδώ στην Ελλάδα, είναι μόνο για τους μυημένους, ή τουλάχιστον αυτή είναι η δικαιολογία.

Όχι όμως φέτος. Στη μνημονιακή Ελλάδα της πρώτης κυβέρνησης που ένα κόμμα της Αριστεράς έχει ηγεμονική θέση, ο Ιούλιος έτυχε να είναι ο πιο καυτός μήνας από την άποψη των πολιτικών εξελίξεων. Ξεκινήσαμε με το μεγάλο δημοψήφισμα που κέρδισε το ΟΧΙ για να καταλήξουμε στην οδυνηρή ήττα και στην επακόλουθη ψήφιση από την κυβέρνηση μιας σειράς από μέτρα που επισφραγίζουν τη μνημονιακή πορεία και βάζουν ακόμα μεγαλύτερο βάρος στα λαϊκά στρώματα.

Η κατάληξη και η πολιτική κρίση που αναμφίβολα ακολουθεί, οδηγεί τον καθένα να πάρει θέση απέναντι σε μια κατάσταση που τον αφορά, μια και το τρίτο μνημόνιο που έρχεται ολοταχώς θα καθορίσει τη ζωή μας για τρία ακόμα χρόνια. Η κατάσταση είναι ζοφερή: Ο λαός, καθημαγμένος από μια πενταετία μνημονιακής πολιτικής, είναι πλέον εξουθενωμένος. Το μνημόνιο και οι εφαρμοστικοί του νόμοι έχουν αποστραγγίσει το εισόδημα των Ελλήνων και έχουν οδηγήσει χιλιάδες ανθρώπους σε ακραία φτώχεια. Χιλιάδες επιχειρήσεις έκλεισαν, χιλιάδες άνθρωποι οδηγήθηκαν στην αυτοκτονία, ενώ το 30% του ενεργού πληθυσμού της χώρας, νούμερο που μετατρέπεται στο 50% όταν πρόκειται για νέους κάτω των 30 χρόνων, βρίσκεται στην ανεργία.

Πέρα από αυτά, η κρίση αξιών και πολιτικής εκπροσώπησης που ήρθε σαν αποτέλεσμα της μνημονιακής πολιτικής, έχει οδηγήσει σε μια κρίση ταυτότητας.

Η χώρα μας αποστερείται βασικών κυριαρχικών δικαιωμάτων που κάθε κυρίαρχο κράτος ασκεί: Η χώρα υποχρεώνεται σε αξιολόγηση από ένα άτυπο όργανο υπαλλήλων διεθνών οργανισμών που δεν ελέγχεται από πουθενά αλλά έχει τη δυνατότητα να αποφασίζει το κλείσιμο των τραπεζών αλλά και αξιώνει κάθε νομοθέτημα να ελέγχεται προκαταβολικά από το ίδιο πριν πάρει ακόμα το δρόμο για τη βουλή, ενώ ανεξάρτητες από τον πολιτικό έλεγχο της κυβέρνησης αρχές που λογοδοτούν σε ξένα κέντρα ελέγχουν ακόμα και τη διαδικασία συλλογής των φόρων.

Το τελευταίο πράγμα που απομένει, η περιουσία του ελληνικού κράτους, που είναι περιουσία του ελληνικού λαού και πήρε δεκαετίες και τεράστιες θυσίες για να γίνει και να εδραιωθεί, ξεπουλιέται έναντι πινακίου φακής. Αυτά τα πέντε χρόνια είδαμε τη δημιουργία ενός ταμείου, του ΤΑΙΠΕΔ, που διαχειρίζεται την περιουσία του κράτους και ξεπουλάει κομμάτι κομμάτι αυτή την περιουσία σε όποιον δώσει τα περισσότερα. Μεγάλες επιχειρήσεις όπως ο ΟΠΑΠ, παραλίες όπως η Κασιώπη στην Κέρκυρα, κτήρια που ανήκαν σε εταιρείες του δημοσίου που στέγαζαν τα γραφεία τους και ξεπουλήθηκαν σε τράπεζες για να τα νοικιάσουν έπειτα οι ίδιες δημόσιες εταιρείες πληρώνοντας υψηλότατο ενοίκιο στις ίδιες αυτές τράπεζες.

Μέσα σε όλα αυτά μια μεγάλη αχτίδα φωτός ξεπήδησε. Ήταν η ψήφος με 61,3% υπέρ του ΟΧΙ στο δημοψήφισμα. Το δημοψήφισμα έγινε μέσα σε μια εβδομάδα υπό συνθήκες πρωτοφανούς τρομοκρατίας από τα εγχώρια κανάλια της διαπλοκής και της κλεπτοκρατίας και από τους ευρωπαίους εταίρους, που κάποιοι μάλιστα έφτασαν στην ιταμή αξίωση να παραιτηθεί η εκλεγμένη κυβέρνηση για να επιστρέψουν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Αυτό το δημοψήφισμα συνένωσε δυνάμεις αντίστασης που βρίσκονταν αόρατες και οδήγησε στη νίκη του ΟΧΙ σε όλες τις εκλογικές περιφέρειες της χώρας, ακόμα και στις πιο συντηρητικές.

Το εύρος της νίκης του ΟΧΙ αιφνιδίασε ακόμα και την ίδια την κυβέρνηση, που κάποια μέλη μάλιστα της οποίας άλλα φανερά και άλλα όχι, προπαγάνδισαν το ΝΑΙ κατά την εβδομάδα του δημοψηφίσματος υπακούοντας άλλοι σε προσωπικές στρατηγικές και άλλοι σε λάθος πολιτικές εκτιμήσεις. Σε πείσμα όλων αυτών, ο λαός ψήφισε ταξικά και έδειξε ότι βρίσκεται μπροστά από την κυβέρνηση στα ρίσκα που είναι διατεθειμένος να πάρει.

Η μετατροπή του ΟΧΙ σε ΝΑΙ, ακόμα και αν συντελέστηκε υπό το καθεστώς του πρωτόγνωρου εκβιασμού της 13ης Ιουλίου, συνιστά ίσως τη μεγαλύτερη ήττα της ελληνικής πολιτικής τα τελευταία χρόνια. Η συνθηκολόγηση στην ψήφιση και εφαρμογή μιας νέας μνημονιακής συμφωνίας είναι πέρα και έξω από το πνεύμα και το γράμμα της λαϊκής ψήφου της απόρριψης της συμφωνίας που αποφάσισε το δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου.

Η ψήφιση και εφαρμογή αυτής της συμφωνίας από την εκβιαζόμενη ελληνική κυβέρνηση θα μετατρέψει τη χώρα περαιτέρω σε ένα προτεκτοράτο και δε θα αφήσει πίσω της τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο από έρημο. Οι αυτοκτονίες θα συνεχιστούν και όσοι μπορούν θα μεταναστεύσουν σα την μοναδική εναλλακτική που έχουν στη φτώχεια ή την πείνα. Η διεκδίκηση της εκπροσώπησης του κόσμου του ΟΧΙ, που σήμερα είναι σε ένα μεγάλο του μέρος άστεγος πολιτικά, μέσα από τη διεκδίκηση άμεσης και ριζικής αλλαγής κυβερνητικής πολιτικής είναι μονόδρομος για τις δυνάμεις που σκοπεύουν στην πρόοδο της ελληνικής κοινωνίας και ειδικά για το ΣΥΡΙΖΑ. Αν το σώμα αυτό δεν εκπροσωπηθεί από την αριστερά αναπόφευκτα ένα μέρος του θα πάει στην ακροδεξιά που καραδοκεί λαϊκίστικα για να καρπωθεί τα οφέλη της αντιπαράθεσης στο μνημόνιο.

Μέσα σε όλα αυτά λοιπόν η απεμπλοκή της αριστεράς από την ψήφιση και εφαρμογή των μνημονιακών πολιτικών αναδύεται σαν η μόνη υπερασπίσιμη λύση. Μια λύση που πρέπει να γίνει με πλάνο μακροπρόθεσμο και σε σύγκρουση με τους ντόπιους και ξένους ολιγάρχες και που θα διατηρήσει την ενότητα του ΣΥΡΙΖΑ, ενώ θα βρίσκεται σε ευθεία αντιστοίχιση με τις επιταγές της λαϊκής ψήφου, όπως αυτές εκφράστηκαν στο δημοψήφισμα. Μια τέτοια πολιτική επιλογή θα επιτρέψει τη συσπείρωση γύρω από την αριστερά ευρύτερων λαϊκών στρωμάτων και πολιτικών χώρων. Οτιδήποτε άλλο θα είναι καταστροφικό και για την αριστερά και για την κοινωνία.

*Ο Αντώνης Σιγάλας είναι μέλος του τμήματος δικαιωμάτων του ΣΥΡΙΖΑ και λυρικός τραγουδιστής.

Σχόλια

X