Την Κυριακή το απόγευμα, ο πεζόδρομος της Αποστόλου Παύλου στο Θησείο είναι γεμάτος από κόσμο. Παρέες και οικογένειες βολτάρουν σε ένα από τα ωραιότερα σημεία της πόλης, όπου τα αρχαία μνημεία μαζί με τη φύση συμπληρώνουν ιδανικά το ένα το άλλο, με την ομορφιά να γίνεται απαράμιλλη τώρα την Άνοιξη.

Στον πεζόδρομο βρίσκονται δεκάδες παρατεταγμένοι πάγκοι κυρίως από χειροτεχνήματα. Οι εμπνευστές των κατασκευών έχουν νοηματοδοτήσει διαφορετικά το καθημερινό αντικείμενο ή εκείνο που ξεχάστηκε στο χρόνο. Έτσι την κασέτα, τη βλέπεις πια πορτοφολάκι με τη στάμπα του καλλιτέχνη που κάποτε άκουγες από την κασέτα.

Ανάμεσα στους πλανόδιους πωλητές, υπάρχουν κι οι καθημερινοί μεροκαματιάρηδες που δεν είναι καλλιτέχνες, τουλάχιστον με την άμεση έννοια του όρου. Η Βάσω, πουλάει κάστανα και καλαμπόκια. Τα λεφτά που βγάζει δεν είναι πολλά. Αλλά από αυτά τα λίγα συντηρείται η οικογένειά της, διότι άλλος μισθός δεν υπάρχει. «Ο άντρας μου απολύθηκε κι εγώ δεν βρίσκω άλλη δουλειά, που να μπορεί να μου αποφέρει κάτι περισσότερο».

DSCN0370

Κάνει λοιπόν ό,τι έμαθε παιδί, όταν την έπαιρνε μαζί ο πατέρας της. Ξυπνάει νωρίς το πρωί και κάθεται για όσο αντέχει στο πόστο της, που είναι σταθερά στο Θησείο, εκτός «αν έχει κάτι τριγύρω». Δηλαδή, πανηγύρια, γιορτές, συναυλίες, ή και διαδηλώσεις. Το μόνο που τη δυσκολεύει είναι η επικοινωνία με τους τουρίστες. «Πού να ξέρω τόσες γλώσσες;», λέει και χαμογελά πονηρά.

Στις πολλές ώρες παραμονής της στο ίδιο μέρος, βρίσκει τρόπο να ξεφεύγει. Φέρνει ο Βασίλης το βιολί και μαζί με τον Στέλιο, «φίλο από χρόνια», τραγουδάνε παλιά ρεμπέτικα και λαϊκά. Χωρίς αντάλλαγμα, οι τυχαίοι ακροατές τους και περαστικοί ολοκληρώνουν το ταξίδι στο χρόνο. Στην παλιά Αθήνα που οι γειτονιές ήταν πιο ζωντανές και τα τοπία περισσότερο ανθρώπινα.

Αν χειρότερη της φτώχειας είναι η μιζέρια, τότε σίγουρα η Βάσω με την παρέα της, δίνουν ένα γερό χαστούκι στη δεύτερη.

Σχόλια

X