Είχα για καιρό μια βουκαμβίλια μαραμένη σε ένα σημείο του μπαλκονιού. Τι κι αν την πότιζα λίγο παραπάνω από τα άλλα φυτά, τι κι αν την ξεχορτάριαζα με συνέπεια, τι κι αν της έβαλα καινούριο χώμα και πιο μεγάλη γλάστρα, εκείνη ίσα που κατάφερνε να βγάζει κάθε τόσο 2-3 νέα φύλλα και μετά να περιμένει το φθινόπωρο, για να «δικαιολογεί» το καχεκτικό παρουσιαστικό της.

Μετά από καιρό της άλλαξα θέση. Είχα δεχτεί ότι δεν θα μπορούσε ποτέ να αναρριχηθεί στο ξύλινο πλέγμα που προόριζα για εκείνη. Τη πήγα λοιπόν σε άλλο σημείο, όπου δεν χρειαζόταν να σκαρφαλώσει σε κανένα πλέγμα και δεν είχε να φορτώνεται κάθε τρεις και λίγο το ανήσυχο βλέμμα μου.

Μετά από λίγες μέρες η βουκαμβίλια έβγαλε τόσα φύλλα και τόσα άνθη, που δεν είχε βγάλει όλα τα προηγούμενα χρόνια. Αγκάλιασε το μπράτσο του μπαλκονιού και έγινε φίλη με την ελιά, φτιάχνοντας μια μοναδική σύνθεση.

Κι από τότε όλο και συνεχίζει να παίρνει μπόι, αλλά πάντα προς την κατεύθυνση που η ίδια κρίνει και αποφασίζει.

Σκέφτομαι πόσοι άνθρωποι είναι μαραμένοι γύρω μας. Ακουμπισμένοι από άλλους σε ένα σημείο που δεν διάλεξαν κι εγκλωβισμένοι σε προσδοκίες που δεν είναι δικές τους. Πόσοι άνθρωποι δεν ανθίζουν γιατί δεν τους δόθηκε το πιο αυτονόητο, να έχουν δικαίωμα να διαλέξουν την πορεία, τους φίλους, τα όνειρά τους. Και πόσοι είναι ακόμη να φυτρώσουν για να μείνουν καχεκτικοί, περιμένοντας ένα φθινόπωρο κι όχι την άνοιξη που αξίζει ο καθένας.

Σχόλια

X