Ένας από τους ανθρώπους που βρέθηκαν μέσα στο Πολυτεχνείο, νεαρός φοιτητής τότε, μας διηγείται την εμπειρία της διαφυγής του τα ξημερώματα της 17ης Νοεμβρίου 1973.

Eίχαν ήδη περάσει οι τρεις μέρες της πιο ιστορικής κατάληψης. Η εμπειρία αυτή -ενός σχετικά πρόσφατα πολιτικοποιημένου νέου που είχε ανδρωθεί στα μαύρα χρόνια της δικτατορίας- ήταν συγκλονιστική. Κανείς δεν γνώριζε ποιο θα ήταν το τέλος αυτής της επικής πολιτικής πράξης.

Οι οιωνοί εντούτοις δεν ήταν καθόλου ενθαρρυντικοί μετά τα βραδινά γεγονότα της Παρασκευής.

Είχα αποφασίσει ότι θα έμενα μέσα στο Πολυτεχνείο, στη καρδιά των γεγονότων. Ίσως να πέρασαν ξυστά απ’ το μυαλό μου ορισμένες σκέψεις ότι θα μπορούσα να βγω -αφού φαινόταν πως πλησίαζε η τελευταία πράξη- αλλά ύστερα σκεφτόμουν ότι έξω υπήρχε μεγαλύτερος κίνδυνος για την ζωή μου. Οι τραυματίες από σφαίρες αυτών που έδιναν τη μάχη έξω πλήθαιναν συνεχώς και δημιουργούσαν ένα ζοφερό κλίμα καθώς μεταφέρονταν στο αυτοσχέδιο ιατρείο που είχε στηθεί στο Πολυτεχνείο. Η ατμόσφαιρα θολή, πνιγηρή από τα δακρυγόνα και τις φωτιές. Πριν από λίγο είχαν εμφανιστεί μονάδες στρατού, είχαν ακροβολιστεί γύρω, και το τανκ είχε πάρει θέση μπροστά στη πύλη.

Ήταν Σάββατο 17 Νοεμβρίου 1973 δύο και μισή το πρωί  και η αντίστροφη μέτρηση είχε πλέον αρχίσει.

Ήμασταν παραταγμένοι μπροστά από την πύλη του Πολυτεχνείου. Γύρω στις τρεις παρά τα μεσάνυχτα ύστερα από τους χαμηλότονους ψαλμούς του Εθνικού Ύμνου επικράτησε απόλυτη σιωπή, βουβαμάρα, αναμονή, ενας στριγγός ήχος κάτι σαν σειρήνα τρυπούσε τ’αυτιά μας. Μέσα μας άδειοι, σαν να ‘χε στεγνώσει το είναι μας καθώς συνειδητοποιούσαμε πως όλη αυτή η λαμπερή αγωνιστική γιορτή των προηγούμενων ημερών κατέληγε σ’ενα ανείπωτο δράμα.

Δεν ένιωθες φόβο πια, ο φόβος είχε μεταφερθεί σε μια άλλη διάσταση, ειχε μετατραπεί σε παγωμάρα. Ήταν οριακή η κατάσταση, δεν ήξερες τι θα συμβεί, μπορεί να μας συλαμβαναν, να μας χτύπαγαν μπορει να μας σκότωναν, μια ελπίδα  όμως αχνόφεγγε ότι μπορεί και να μας άφηναν.

«Δεν μπορεί να μας σκοτώσουν όλους, δεν γίνεται αυτό, είμαστε 20 – 25 χρονών, νέοι και νέες και ο στρατός ετοιμάζεται να μας κάνει επίθεση, θέλουμε να ζήσουμε» σκεφτόμουν.

Και εκείνη την κρίσιμη στιγμή λίγο πριν μπει ο στρατός αγκαλιαστήκαμε με την Ε. , κρατιόμασταν σφιχτά για να νικήσουμε τον φόβο και την αγωνία που μας είχε παραλύσει.

Το τανκ γκρέμισε μπροστά στα μάτια μας την πύλη του Πολυτεχνείου και παρέσυρε με βία ο,τι υπήρχε ως εμπόδιο.

Ακολούθησε ο απόλυτος πανικός και μόνο μια σκέψη κυριαρχούσε: η διαφυγή.

«Πρέπει να σωθώ, πρέπει να βγω από εδώ».

Η ενστικτώδης κίνηση ήταν να φύγουμε προς τα πίσω όταν το σιδερένιο τέρας μπήκε, ήμασταν πολύ κοντά στην πύλη μόλις δεκαπέντε μέτρα. Η μόνη λέξη που ακούστηκε: οπισθοχώρηση.

Ανέβηκα τα σκαλιά και πήγα στο τελευταίο επίπεδο, εκεί που αντικρίζεις κάτω το αίθριο της αρχιτεκτονικής. Συνάντησα διάφορους γνωστούς, μπουκάλια και ρόπαλα το σκηνικό γύρω μου, κάποιοι φαντάστηκαν ότι μπορούσαν ν’αντισταθούν.

Ξαφνικά ένας αξιωματικός του στρατού, με κράνος και εξάρτηση εκστρατείας, φώναζε να βγούμε όλοι έξω, κινήθηκα προς τη πύλη όπως όλοι, άλλοι έφευγαν προς Τοσίτσα άλλοι προς Στουρνάρη, την φίλη μου την Ε. την χτύπησαν, εκείνη είχε κατευθυνθεί προς Στουρνάρη εγώ προς Τοσίτσα.

Υπήρχαν φαντάροι παραταγμένοι σε όλο το πεζοδρόμιο, ακούγονταν ήχοι από φωνές, κλωτσιές και μπουνιές και εγώ το μόνο που θυμάμαι ήταν ότι έτρεχα, έτρεχα, έτρεχα…

Μόλις μπήκα στη Τοσίτσα λοξοδρόμησα προς Μουσείο αφήνοντας την ομάδα που τρέχαμε μαζί. Ξαφνικά πετάχτηκαν μπροστά μου φαντάροι «εφ’ όπλου λόγχη» να τρέχουν προς το μέρος μου, κι έτσι αναγκάστηκα να επιστρέψω πίσω και ν’ακολουθήσω την ομάδα που κατευθυνόταν προς την Μπουμπουλίνας, εκεί βρισκόταν και το κτίριο της ασφάλειας όπου γινόντουσαν τα βασανιστήρια.

Σε ελάχιστο χρόνο φτάναμε στη Μπουμπουλίνας αντικρυζοντας στη συμβολή των δρόμων παραταγμένους μπάτσους με καδρόνια στα χέρια έτοιμους για δράση.

Εκείνη τη στιγμή εμφανίστηκε ο από μηχανής θεός: ένας βαθμοφόρος του στρατού με κράνος, και πιστόλι στο χέρι, μπήκε μπροστά και μας πέρασε από τους μπάτσους χωρίς  κανείς να τολμήσει να κινηθεί εναντίον μας. Μετά απ’ αυτό το μικρο θαύμα -τιμή για το στρατό μας- τρέχαμε προς Στουρνάρη διασχίζοντας την πίσω πλευρά του Πολυτεχνείου.

Για μια ακόμη φορά το ίδιο σκηνικό:παραταγμένοι μπάτσοι στο κόμβο Μπουμπουλίνας –Στουρνάρη, ένας χοντρός αξιωματικός με πηλήκιο, στεκόταν στη μέση και φώναζε ηχηρά: «Άντε στα σπίτια σας τώρα, άντε στα σπίτια σας τώρα». Κατά μια έννοια πιστεύαμε ότι σωθήκαμε, εφόσον μας έδιωχναν.

Μόλις περάσαμε, έγινε το πέσιμο. Θυμάμαι ότι απλά έτρεχα, δεν γυρνούσα να κοιτάξω, έφτασα στην οδό Σολωμού, αν θυμάμαι καλά, και στη πρώτη πολυκατοικία που συνάντησα με ανοιχτή πόρτα μπήκα μέσα, άκουγα κραυγές, κρότους, ένα πανδαιμόνιο δεν ήξερα αν με ακολουθούσαν, συνέχισα να ψάχνω για διέξοδο. Στα δεξιά μου, μια σκάλα. Κινήθηκα προς το υπόγειο, ανέβηκα μια άλλη σκάλα που έφτανε σε μια πόρτα, άνοιξα και βγήκα πάλι στον χαμό του δρόμου, έκλεισα την πόρτα κατεβαίνω τα σκαλιά 5-5. Σαν παγιδευμένο ζώο, εγκλωβισμένος σ’ένα υπόγειο  με όλες τις αισθήσεις ηλεκτρισμένες είδα το χαμηλό πορτάκι δίπλα μου. Χωρίς δεύτερη σκέψη χώθηκα εκεί, ανάμεσα σε ντενεκέδες σκουπιδιών, φτυάρια και σκούπες. Μετά από μερικά δευτερόλεπτα άλλος ένας κυνηγημένος χώθηκε μέσα στο δωματιάκι. Κανείς μας δεν μιλούσε, ήμασταν σε κατάσταση σοκ και το μόνο που ευχόμασταν ήταν να μην μας είχε ακολουθήσει κανείς.

Κοίταξα πίσω μου και είδα ένα άλλο πορτάκι, σχεδόν δεν χωρούσες όρθιος εκεί , το άνοιξα και βγήκαμε σε έναν ακάλυπτο της πολυκατοικίας. Μπροστά μας υψώνονταν μερικά τεράστια φυτά, πυκνά, χωθήκαμε εκεί μέχρι να περάσει η δύσκολη νύχτα. Λίγη ώρα αργότερα είδαμε άλλον έναν κυνηγημένο ο οποίος πηδώντας από κάτι μάντρες βρέθηκε και εκείνος μαζί μας στον μικρό σωτήριο κήπο μας.

Απ’ έξω ακούγονταν κραυγές στρατιωτικές και εμβατήρια, προφανώς το κυνηγητό και το ξύλο συνεχιζόταν. Τελικά αποκοιμηθήκαμε μέχρι τα ξημερώματα καθώς ήμασταν εξαντλημένοι μετά από ένα τριήμερο πλήρους υπερέντασης. Κάποια στιγμή, ξημερώματα ακόμα, ανοίξαμε την πλαϊνή πόρτα της εισόδου κι αφουγκραζόμασταν με προσοχή την κατάσταση.Υπήρχε μια κυκλοφορία έξω σχετικά λογική, σαν να μην είχε συμβεί τίποτα το προηγούμενο βράδυ.

Έτσι βρήκαμε το θάρρος να σηκωθούμε και να φύγουμε από εκεί. Διότι αν τυχόν βγαίναμε αργότερα ίσως θα μας έπιαναν. Κατευθυνθήκαμε προς την Ναυαρίνου, εκεί έμενε ο τρίτος της παρέας φοιτητής στο φυσικό. Έβαλε μουσική, Rollings Stones, είχε και κάτι ψυχεδελικά πράσινα και κόκκινα φώτα, 70s γαρ, συζητούσαμε καπνίζοντας τσιγάρα. Λίγες ώρες αργότερα αποφασίσαμε με τον άλλον να φύγουμε. Δεν έμαθα ποτέ τι απέγιναν αυτά τα δύο παιδιά.

Προχωρήσαμε από την Ναυαρίνου προς τα πάνω που γίνεται Σκουφά. Φτάσαμε περπατώντας απ’  το Κολωνάκι στη περιοχή  του Χίλτον. Σα να ‘χε κηρυχθεί ανακωχή εκείνες τις πρωινές ώρες, γιατί ήταν ανεξήγητο πως δεν συλληφθήκαμε σ’όλη αυτή την διαδρομή, αφού η εικόνα μας πρόδιδε την προέλευσή μας: στρατιωτικά τζάκετ, μάτια πρησμένα απ’ τα δακρυγόνα. Φοβόμουν να ανέβω με λεωφορείο προς το σπίτι μου, δεν ήθελα να το διακινδυνεύσω και έτσι αποφάσισα να μείνω στη γιαγιά μου που έμενε εκεί δίπλα.

Τρεις ημέρες έμεινα εκεί, κοιμόμουν, έτρωγα και ξανακοιμόμουν. Ένιωθα μεγάλη συγκίνηση κάθε φορά που ξεκινούσα να διηγηθώ τα γεγονότα. Χρειαζόμουν λίγο χρόνο να αποκαταστήσω τον ταραγμένο ψυχικό μου κόσμο και ν’ αποφορτίσω το συσσωρευμένο στρες.

Σχόλια

X