Της Όλγας Στέφου

Περίπου στις αρχές της δεκαετίας του ’50 κυκλοφόρησε στην Αμερική «Η Χαρά του σεξ», ένα βιβλίο που έμελλε να αποτελέσει σταθμό, ή ίσως και την απαρχή της σεξουαλικής επανάστασης λίγα χρόνια μετά. Η «Χαρά του σεξ» για πρώτη φορά έθετε, με όρους τόσο παιχνιδιού, όσο εξίσου και τεκμηριωμένα, επί τάπητος το ζήτημα της γυναικείας απόλαυσης, συνοδευμένο με την πιο απλοϊκή φράση: «Το σεξ είναι παιχνίδι για μεγάλα παιδιά».

Αυτός ο πρόλογος ήταν η σκέψη μου κατόπιν δύο διαδοχικών συζητήσεων: η μία ήταν γύρω από την αντικειμενικοποίηση του σεξ, μια υλιστική προσκόλληση στην κατανάλωση απόλαυσης, ανθρώπων και σώματος. Κατά πόσο ο έρωτας είναι κομμάτι μας κι αν το σεξ εμπεριέχει πλέον μυσταγωγία, αν έχει σημασία για εμάς να φτιάχνουμε ιστορίες που θα θυμόμαστε, ακόμα και να δεν υπάρξει επόμενη μέρα. Η άλλη ήταν πάνω κάτω για το πιο παγιωμένο αποτρεπτικό κανόνα: για το -μαζικά καταδικαστέο-  σεξ από το πρώτο ραντεβού.

Κι ακούγεται, τουλάχιστον στα δικά μου αυτιά, εξαιρετικά παλιομοδίτικη αυτή η συζήτηση, συζήτηση που -θα έπρεπε να- ανήκει σε άλλον κόσμο. Μέχρι που φοβήθηκα πως το σεξ και η ευτυχία έχουν, τελικά, διαφορετική σχέση από αυτήν για την οποία, κατά την γνώμη μου, προσπαθούν χρόνια, δεκαετίες τώρα, να πείσουν τα προτάγματα για την -κοινωνική, στην πραγματικότητα- ελευθερία.

Αλλά ας ξεκινήσουμε λιγάκι διευκρινιστικά: Το Sex and the City είναι μία από τις πιο επιτυχημένες σειρές των τελευταίων 20 χρόνων. Πιστεύω με πολλά, ακόμα, ερωτηματικά, πως πρόκειται για την πρώτη σειρά που θέτει ανοιχτά το ζήτημα των ερωτικών αναγκών, των συναισθηματικών κενών, των νευρώσεων στο πολύβουο πλαίσιο των γρήγορων ρυθμών. Με κεντρικές ηρωίδες τέσσερις τραβηγμένες περσόνες: Η συναισθηματική, η συντηρητική, η κυνική, η υπερσεξουαλική.

Μα στο δια ταύτα, μιλάμε για την πολλαπλή προσωπικότητα της σύγχρονης γυναίκας. Ή, μάλλον, μιλάμε για τις πολλαπλές κοινωνικές προσλαμβάνουσες κατά την διάρκεια της εξέλιξης της σύγχρονης γυναίκας, με ένα κοινό διακύβευμα: Πώς να μη μείνεις, τελικά, μόνος και τι ακριβώς σημαίνει συναισθηματική αναπηρία.

Το θέμα με το Sex and the City είναι το εξής: η κατηγοριοποίηση. Από τη μία η χαρά του έρωτα, από την άλλη η χαρά του σεξ, αλλά αυτά τα δύο τα παρατηρούμε διαχωρισμένα. Από τη μία η ακραία ερωτική διάθεση, από την άλλη η ακραία σεξουαλική. Και οι ενστάσεις γύρω τριγύρω. Και, φυσικά, οι καρτουνίστικες υπερβολές. Μα, στο δια ταύτα, αυτό που μαθαίνουμε από το Sex and the City, είναι κανόνες συμπεριφοράς: Κάνεις σεξ για να βρεις σύντροφο, κάνεις καλό σεξ για να κρατήσεις έναν σύντροφο και τέλος, διεκδικείς για εσένα καλό σεξ, για την δική σου απόλαυση, με όρους αυτοπραγμάτωσης και πάλι κοινωνικής: επειδή είσαι επιτυχημένη – καταξιωμένη – καριερίστα. Έχεις επιτύχει ως γυναίκα στο εξής κομμάτι, άρα σου επιτρέπεται χωρίς να είναι πεδίο κριτικής η επιτυχία και στο άλλο κομμάτι.

Αυτή η νευρωτική αναζήτηση του «άλλου μισού» ίσως έχει ποτίσει τις γυναικείες σελίδες των περιοδικών, τις γυναικείες συζητήσεις και τις γυναικείες καρδιές περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη.

Και τότε εμφανίζεται μία σχολή χιούμορ, αυτή που εκφράζεται για τις ανάγκες του άρθρου από την  stand-up κωμικό Amy Schumer. Κι είναι η σχολή της απενεχοποίησης, εν προκειμένω του συγκεκριμένου πλαισίου. Και της αποδόμησης. Κι αν το Sex and the City ήταν μία, όντως, κωμική σειρά, η Amy Schumer παλεύει με όρους σημαντικούς για το ακατόρθωτο: κανιβαλίζει με μαεστρία την κυρίαρχη γυναικεία αισθητική, τοποθετώντας τις «ανάγκες» με τρυφερότητα και αυτοσαρκασμό στην θέση που τους αξίζουν: μπροστά σε ένα κοινό που γελάει. «Πώς κάνουν οι γυναίκες σεξ; με το κεφάλι στο μαξιλάρι τους, αναρωτιούνται μήπως αυτός τελικά είναι ο ένας». Κι όσο κι αν φαίνεται υποτιμητικό, τελικά δεν είναι. Γιατί η κυρία Schumer, μια αντι-ηρωίδα, ένα αντιπρότυπο, είναι η γυναίκα αυτής της δεκαετίας. Αυτή που σιγά σιγά έχει αρχίσει να νιώθει δυσφορία απέναντι σε αυτό που λέμε κυρίαρχο. Και ανακαλύπτει τον πιο γρήγορο δρόμο προς την αποδόμησή του. Το χιούμορ.

Η συζήτηση είναι μεγάλη και, κατά την γνώμη μου, εξαιρετικά αναγκαία, ιδίως λόγω της απίθανης στασιμότητας των τελευταίων χρόνων γύρω από την γυναικεία απελευθέρωση. Καλώς η κακώς, η σεξουαλική απελευθέρωση δεν πρόκειται ποτέ να υπάρξει αν δεν προηγηθεί η απελευθέρωση των γυναικών, η διάλυση των ενοχών, η καταστροφή των ταμπού.

Έχουμε την τάση να αντιμετωπίζουμε τα προαναφερθέντα ταμπού κρύβοντας το πρόσωπό μας στην άμμο. Είναι πιο εύκολο να προχωρήσουμε σε ένα ανελέητο slut shaming για να κρύψουμε ίσως κάποιες δικές μας επιθυμίες, από το να κάνουμε τις επιθυμίες μας κανονικότητα. Είναι πιο εύκολο να θέσουμε όρους και όρια στην σεξουαλικότητα των γύρω μας, από το να απελευθερωθούμε, εφόσον το επιθυμούμε, από τα όρια της δικής μας. Είναι πιο εύκολη η θέσπιση κανόνων, εν πάσι περιπτώσει, από την δύσκολη, δύσβατη διαδρομή της αποδοχής πρώτα του άλλου, έπειτα του εαυτού.

Ένας συντηρητικός κόσμος, μία κοινωνία τέτοια, γνωρίζει πολύ καλά να συντηρεί ταμπού, σαν να κρίνεται από αυτά η επιβίωσή της. Χρειάζεται δικλείδες ασφαλείας και περιορισμούς, μα κυρίως, ορισμούς: τον ορισμό της χαράς, της δυστυχίας, του σωστού και του λάθος. Χρειάζεται να υπάρξει μέσα από αναφορές σε ιστορίες που επινοεί, από το ντύσιμο που ευθύνεται για τους βιασμούς, ως το σεξ από το τρίτο ραντεβού που θα χαρίσει την ευτυχία, ή που θα διασφαλίσει κάτι ασαφές, όλα αυτά συντελούν με τρόπο τραγικό και ασφυκτικό στη μετατροπή της χαράς σε δυστυχία, σε άγχος κι ίσως, στην παγιωμένη στασιμότητα των ίδιων των ανθρώπινων σχέσεων.

Σχόλια

X