Ο Γιόζεφ Γκαίμπελς (Joseph Goebbels) το Φεβρουάριο του 1942 έγραψε στο ημερολόγιό του ότι «οι κάτοικοι των κατεχόμενων περιοχών είναι βουτηγμένοι στις υλικές έγνοιες. Η πείνα και το κρύο είναι στην ημερήσια διάταξη. Άνθρωποι που η μοίρα τους έχει χτυπήσει τόσο σκληρά, σε γενικές γραμμές δεν κάνουν επαναστάσεις». Η διαπίστωση του Γκαίμπελς μπορεί σε γενικές γραμμές να ήταν σωστή, είχε όμως σαφώς ορισμένη ημερομηνία ισχύος. Πέρα από μια δραστήρια μειοψηφία που ήδη από το καλοκαίρι του 1941 προσπαθούσε να οργανώσει την αντιστασιακή δράση, ολοένα και περισσότεροι κάτοικοι της πόλης ακολουθούσαν το παράδειγμά της ιδιαίτερα από την άνοιξη του 1942 και μετά, όταν δηλαδή οι επιπτώσεις του λιμού άρχισαν να περνούν από το σωματικό στο ψυχολογικό κυρίως επίπεδο. Ο λιμός άφησε πίσω του μια ξεκάθαρη κατάσταση για τη μεγάλη πλειοψηφία των Αθηναίων. Η στρατιωτική κατοχή της χώρας δεν επέβαλε απλά μια ανεπιθύμητη αλλαγή, αλλά απειλούσε άμεσα τη ζωή των κατοίκων της. Δεν ήταν αναγκαίο να στραφείς κατά των Γερμανών ή των Ιταλών για να κινδυνεύσεις. Ακόμη και η υπακοή στην νέα κατάσταση δεν εξασφάλιζε την επιβίωση. Η αίσθηση της περιόδου καταγράφεται ξεκάθαρα στην αφήγηση του δεύτερου Γραμματέα της ΕΠΟΝ Υμηττού, Νίκου Παπαδόπουλου:

«Ήτανε όλοι ανεξαιρέτως φυλακισμένοι σε μια φυλακή που οι πόρτες ήταν ανοικτές. Επειδή ήξεραν ότι όπου και αν πάνε δεν τους περιμένει τίποτα διαφορετικό από κείνο το ολέθριο το οποίο βιώνουνε μέσα σε αυτήν την φυλακή με τις ανοικτές πόρτες. Είχανε λουμπενοποιηθεί πια, είχαν εξαθλιωθεί. Νομίζω ότι το πρώτο έργο το οποίο κατάφερε να πετύχει η Αντίσταση ήταν να εμψυχώσει τον κόσμο και να τον ξεκολλήσει από αυτή τη μοιρολατρική αποδοχή της μοίρας του η οποία τον οδηγεί στο θάνατο με τον χειρότερο τρόπο. Αυτό μπήκε σιγά – σιγά στη συνείδηση των ανθρώπων».

Η πραγματικότητα αυτή έστρεψε σταδιακά τους κατοίκους της Αθήνας προς τη μοναδική ελπίδα που διαφαινόταν στο δυσοίωνο κατοχικό τοπίο. Αυτή η ελπίδα εκφραζόταν από τη δράση των οργανωμένων αντιστασιακών ομάδων που το 1942 είχαν κάνει αισθητή την παρουσία τους στην πρωτεύουσα. Η επιλογή της δράσης από την απραξία οφειλόταν πολλές φορές στη δυνατότητα που παρείχε η Αντίσταση στα μέλη της, να ξεπεράσουν τις ψυχολογικές επιπτώσεις που ασκούσε πάνω τους η τρομοκρατία της πείνας και των δυνάμεων κατοχής:

«Έτσι πρέπει να νοηθεί ο ψυχολογικός ρόλος της αντίστασης. Η προσωπικότητα διέγραφε ένα μέλλον, ξεφεύγοντας από το δεσποτισμό του αγνώστου και την περίσφιξη του άγχους. Αν στην οπισθοδρόμηση βλέπουμε μια πορεία απώλειας του “ανθρώπινου”, στην αντίσταση αντίθετα πιστοποιούμε μια αντίθετη κίνηση, ένα προοδευτικό “εξανθρωπισμό”. Με την ψυχολογία της αντίστασης ξεπερνιότανε η ψυχολογική τυραννία του άγχους κι η ανήκουστη οπισθοδρόμηση της προσωπικότητας από την αδυσώπητη δράση της τρομοκρατίας και της πείνας. Ήταν μια πηγή ανακούφισης, ελπίδας και ανασύνταξης, που επέτρεπε στην ανθιστάμενη προσωπικότητα να αντεπεξέρχεται στη διαλυτική δράση του άγχους […] Η δυσάρεστη, αγχώδης συναισθηματική τάση ελαττωνότανε όσο μεταμορφωνότανε σε συνειδητοποιημένη δράση».

Η παραπάνω ψυχολογική διεργασία κατείχε κεντρικό ρόλο στη συγκρότηση του αντιστασιακού υποκειμένου. Η «ανασύνταξη» της «ανθιστάμενης προσωπικότητας», αφορούσε ακριβώς την υπέρβαση των διαλυτικών συνεπειών που είχε η πείνα και η τρομοκρατία των κατακτητών, με την ανασυγκρότηση του υποκειμένου μέσα από την εμπειρία της αντιστασιακής δράσης. Η αντιστασιακή δράση ως ψυχολογική διέξοδος από τους καταναγκασμούς της στρατιωτικής κατοχής, δημιούργησε ένα νέο πλαίσιο συγκρότησης της υποκειμενικότητας, άμεσα συνδεδεμένο με την πολιτική διάσταση του αντιστασιακού φαινομένου. Η αντιστασιακή εμπειρία οδήγησε σε νέες θεωρήσεις του εαυτού, σε νέες αντιλήψεις σχετικά με το ρόλο και τη θέση του ατόμου στις πολιτικές εξελίξεις, στον τρόπο που το κάθε μέλος της Αντίστασης κατανοούσε τη συμμετοχή του σε αυτή.

Η αντίστροφη πλέον κίνηση από την απελπισία στην ελπίδα, ήταν ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της αντιστασιακής δράσης της αθηναϊκής νεολαίας. Όταν πλέον το φάσμα του θανάτου από την πείνα υποχώρησε και οι ψυχολογικές επιπτώσεις επικράτησαν των σωματικών, το δυναμικότερο κομμάτι της κοινωνίας ζήτησε μαζικά διέξοδο στην αντιστασιακή δράση. Η οργανωμένη αντίσταση παρείχε στους νέους της εποχής ένα συγκεκριμένο στόχο στην επίτευξη του οποίου μπορούσαν να εστιάσουν τις προσπάθειές τους. Η έκθεση στους προβλέψιμους κινδύνους της Αντίστασης υποκατέστησε τον αβέβαιο και απρόσμενο κίνδυνο της τρομοκρατίας που ασκούσαν οι δυνάμεις κατοχής. Η δυνατότητα του να ορίζεις τον κίνδυνο που σε απειλεί, η έξοδος από την αδράνεια και την αναμονή, η ένταξη σε μια παράνομη συλλογικότητα, η επαφή με άτομα της ίδιας ηλικιακής ή κοινωνικής ομάδας, αποτέλεσαν μερικούς από τους παράγοντες που προσέδωσαν λυτρωτικό χαρακτήρα στην ψυχολογία των ατόμων που εντάχθηκαν στην Αντίσταση.

Στην αφήγηση της επονίτισσας Αναΐδας Τσακιρίδου-Νικηφοράκη, καταγράφεται ίσως το βασικό κίνητρο που ώθησε τους νέους να ενταχθούν στην οργανωμένη αντίσταση: η επιθυμία τους να δράσουν. Η νεαρή επονίτισσα θυμάται τη μεγάλη αγωνία με την οποία περίμενε τη συγκρότηση συνεργείων που αναλάμβαναν την αναγραφή συνθημάτων στο Βύρωνα και το Παγκράτι. Για πολλούς από τους νέους της περιόδου, η αντιστασιακή δράση λειτουργούσε ως αντίβαρο στους ψυχολογικούς και υλικούς περιορισμούς που επέβαλε η στρατιωτική κατοχή, ήταν μια διέξοδος:

«Εγώ είχα μανία μ’ αυτά τα συνεργεία […] Με απασχολούσε τι θα κάνουμε το βράδυ. Γιατί με ενδιέφερε πάρα πολύ να δράσουμε, να κάνουμε. Μ’ έτρωγε εμένα […] Εμένα με ενδιέφερε η δράση […] Εδώ που τα λέμε δεν είχαμε ούτε διασκέδαση, ψυχαγωγία. Τι είχαμε τότε. Φτάνει που πεινούσαμε. Ήταν μια διέξοδος κιόλας. Εμένα τουλάχιστον με γέμιζε αυτό το πράγμα. Ήθελα να φεύγω απ’ το σπίτι μου, να μην είμαι εκεί».

Απόσπασμα από το βιβλίο του Μενέλαου Χαραλαμπίδη, «Η εμπειρία της Κατοχής και της Αντίστασης στην Αθήνα», εκδόσεις Αλεξάνδρεια, 2012

Σχόλια

X