«Το ξαναδιάβασα για Τρίτη φορά το Περηφάνια & Προκατάληψη, αυτό το υπέροχο μυθιστόρημα της δεσποινίδας Τζέιν Ώστεν. Αυτή η νέα γυναίκα έχει ένα μοναδικό ταλέντο να περιγράφει τις σχέσεις, τα συναισθήματα και τους χαρακτήρες της καθημερινότητας. Το επιτηδευμένο και στομφώδες ύφος μπορώ κι εγώ άνετα να το χειριστώ. Όμως δεν είχα την τύχη να έχω το σπάνιο χάρισμα που κάνει τα ασήμαντα και καθημερινά πρόσωπα και πράγματα ενδιαφέροντα χάρη στην ειλικρίνεια της περιγραφής και στα συναισθήματα. Τι κρίμα που ένα τόσο προικισμένο πλάσμα χάθηκε τόσο νωρίς!» 

Σερ Ουώλτερ Σκοτ 

Τα παραπάνω λόγια θα μπορούσε να τα είχε ξεστομίσει κάλλιστα ένας από τους εκατομμύρια φανατικούς αναγνώστες της σήμερα, κι αυτό γιατί ακόμα και αν έχουν περάσει πάνω από 200 χρόνια από την δημοσίευση του διασημότερου μυθιστορήματός της, με τίτλο «Υπερηφάνια και Προκατάληψη», η Εγγλέζα μυθιστοριογράφος Τζέιν Όστεν, συνεχίζει να γοητεύει τους αναγνώστες της με τη ζωντάνια και καυστικότητα της γραφή της, τη διαισθητική ματιά της και την ρεαλιστική απόδοση των ανθρώπινων χαρακτήρων και ειδικότερα της αγγλικής κοινωνίας του 19ου αίωνα.

Η γνωστή άγνωστη Τζέιν

Για την Τζέιν Όστεν έχουν γραφτεί και ειπωθεί πολλά. Παρόλα αυτά, οι πληροφορίες για το ποια ήταν πραγματικά η δεσποινίς Τζέιν είναι πραγματικά λίγες.

Γεννημένη στις 16 Δεκεμβρίου του 1775, σ’ένα μικρό χωριουδάκι της κομητείας του Χάμσαιρ, το Στίβεντον, ήταν το έβδομο παιδί του Αγγλικανού ιερωμένου Τζορτζ Όστεν και της Κασσάνδρας Λη. Η οικογένειά της αν και ευκατάστατη δεν θεωρούνται πλούσια. Μεγάλωσε, παρόλα αυτά σε ένα ευτυχισμένο σπιτικό που τελικά δεν θέλησε να εγκαταλείψει ποτέ.

Πέρασε τα πρώτα της χρόνια στο πρεσβυτέριο του Στίβεντον, και το 1783 ο πατέρας Όστεν στέλνει και τις δύο κόρες τους Τζέιν και Κασσάνδρα στην Οξφόρδη για να μαθητεύσουν πλάι στην θεία τους, Αν Κόλλυ. Το φθινόπωρο, όμως, τα δύο κορίτσια αρρωσταίνουν βαριά από τύφο με αποτέλεσμα να επιστρέψουν στο σπίτι τους. Το 1875 στέλνονται στο οικοτροφείο θηλέων Abbey School. Εκεί θα μάθουν Γλώσσα, Γαλλικά, χορό, πλέξιμο και θέατρο.

Θα σπουδάσουν μόνο για ένα χρόνο εκεί, καθώς το σχολείο ήταν πολύ ακριβό και ο πατέρας της Τζέιν δυσκολευόταν. Τα κορίτσια επιστρέφουν σπίτι για να συνεχίσουν το διάβασμα με την βοήθεια του πατέρα και των αδερφών τους.

Αποτέλεσμα εικόνας για Jane austen house

Η Τζέιν όπως και κάθε κορίτσι στην εποχή της βοηθάει στο νοικοκυριό, παίζει πιάνο μίση ώρα κάθε μέρα πριν το πρόγευμα και καταβροχθίζει με πάθος την βιβλιοθήκη του πατέρα της. Τρελαίνεται για τα μυθιστορήματα κάτι που θα γράψει και αργότερα στα βιβλία της.

«Το να διαβάζει κανείς μυθιστορήματα είναι δείγμα ευφυούς μυαλού», γράφει η Τζέιν Όστεν σε κάποια από τις σελίδες του βιβλίου της «Το Αββαείο του Νόρθαγκερ». Τα μυθιστορήματα γίνονται όλη της η ζωή και με την προτροπή του πατέρα της αρχίζει και γράφει τα πρώτα της.

Μόλις στα 11 της χρόνια, γράφει στίχους και ιστορίες τα οποία τα διαβάζει στις οικογενειακές συναθροίσεις. «Juvenilia»  ονόμασε τις ιστορίες και τα ποιήματα που έγραψε τότε.

«Τα μεγαλύτερα χαρίσματά της υπήρχαν εκεί σε εμβρυϊκή κατάσταση», γράφει η Πόλα Μπερν, επισημαίνοντας τη σατιρική διάθεση και την έλλειψη αναστολών της Όστεν. Η νεαρή συγγραφέας διακωμωδούσε διάσημα πρόσωπα και έγραφε παρωδίες ρομαντικών μυθιστορημάτων.

Μέσα σε αυτή τη συλλογή βρίσκεται το σατιρικό διήγημα «Αγάπη και Φιλία» όπου ειρωνεύεται τα δημοφιλή διηγήματα της εποχής περί ευαισθησίας, και «Η ιστορία της Αγγλίας», ένα χειρόγραφο 34 σελίδων που παρωδεί την ιστορική γραφή της εποχής και ειδικά την «Ιστορία της Αγγλίας του Oliver Goldsmith».

Οι μελετητές θεωρούν ότι ήταν γύρω στο 1789 που αποφάσισε πλέον να ασχοληθεί με τη συγγραφή επαγγελματικά – απόφαση σοκαριστική για την κοινωνία της εποχής και ιδιαίτερα δύσκολη στην εφαρμογή, λόγω των προκαταλήψεων. Στο διάστημα 1793 – 1795 έγραψε το διήγημα «Lady Susan», ενώ πριν από το 1796, σύμφωνα με την αδερφή της, είχε ήδη ολοκληρώσει την πρώτη της απόπειρα συγγραφής μυθιστορήματος, με το «Elinor and Marianne», από το οποίο όμως δεν έχει διασωθεί κανένα χειρόγραφο. Πάντως, από αυτό το έργο φέρεται να προέκυψε αργότερα, μετά από σοβαρές αλλαγές, το «Λογική και Ευαισθησία».

Σε ηλικία 20 χρονών γράφει το Περηφάνια και Προκατάληψη αν και αρχικά το είχε ονομάσει «Πρώτες Εντυπώσεις». Γράφει συνολικά 6 μυθιστορήματα 4 από τα οποία εκδίδει με ψευδώνυμο.

Αποτέλεσμα εικόνας για jane austen books first

Το 1811 εκδόθηκε ως το μυθιστόρημα «μιας κυρίας» το Λογική & Ευαισθησία προκαλώντας ευμενέστατη αίσθηση στους φιλολογικούς κύκλους. Το μυθιστόρημα έγινε αυτό που λένε οι Άγγλοι the talk of town ενώ η λογοτεχνική του αρτιότητα έκανε πολλούς κοντόφθαλμους να πιστέψουν πως δεν ήταν το έργο μιας γυναίκας. Το 1813 επανεκδόθηκε μαζί με το Περηφάνια & Προκατάληψη, που σημείωσε εξαιρετική επιτυχία, ενώ το 1814 εκδόθηκε το Μάνσφηλ Παρκ. Τον επόμενο χρόνο εξέδωσε το Έμμα, ενώ το 1816 κυκλοφόρησε η δεύτερη έκδοση του Μάνσφηλ Παρκ. Αρκετά από αυτά μεταφράστηκαν και στα γαλλικά, όλα τους φυσικά ανώνυμα μιας και ήταν κατακριτέο να κερδίζει μια αστή χρήματα από την ενασχόληση της με τη συγγραφή.

Η Τζέιν διασκέδαζε με την ανωνυμία της και απολάμβανε να διαβάζει αποσπάσματα των δημοσιευμένων έργων της σε κοινωνικές συναθροίσεις χωρίς οι παρευρισκόμενοι να ξέρουν πως είναι η ίδια η συγγραφέας. Τα μοναδικά έργα που φέρουν το όνομα της ήταν το Αββαείο του Νορθάνγκερ και το Πειθώ, που κυκλοφόρησαν το 1817 μετά το θάνατό της σ’ ένα τόμο επιμελημένα από τον αδελφό της Χένρυ.

Γεροντοκόρη ή φεμινίστρια

«Ζωή γεμάτη χρησιμότητα για τους άλλους, θρησκευτικότητα και αφοσίωση στη λογοτεχνία, η ζωή της δεν ήταν κατά κανένα τρόπο περιπετειώδης», έγραψε ο Χένρι Όστεν για την αδερφή του Τζέιν.

Η αλήθεια είναι ότι οι απόψεις διίστανται για την ζωή της Τζέιν Όστεν.

Μέχρι πριν χρόνια, περιγραφόταν σαν μια γυναίκα που δεν είχε καθόλου ζωή, κλεισμένη στο σπίτι της με μόνη διέξοδο και διαφυγή το γράψιμο, ακριβώς όπως η Έμιλι Ντίκινσον. Οι σύγχρονοι μελετητές διαφωνούν. Η Όστεν μπορεί να προτιμούσε την ήσυχη ζωή της εξοχής και την πένα της, αλλά λάτρευε του χορούς, να γνωρίζει κόσμο και να αλληλογραφεί. Είχε σπουδάσει και ταξιδέψει επίσης, ενώ είχε και αρκετούς υποψήφιους μνηστήρες. Με κανέναν από αυτούς δεν προχώρησε σε γάμο ή κάποια σχέση διαρκείας, ωστόσο πολλοί ανακαλούνται με ευθυμία στις επιστολές της.

Η Όστεν έμεινε από επιλογή χωρίς γάμο σε μια εποχή που μια ανύπαντρη γυναίκα θεωρούνται γεροντοκόρη, δυστυχισμένη, προβληματική και δαχτυλοδυκτούμενη. Μέχρι και σήμερα τα περισσότερα άρθρα που διαβάζει κανείς χαρακτηρίζουν την Όστεν γεροντοκόρη αποδεικνύοντας περίτρανα πως οι αντιλήψεις της πατριαρχικής κοινωνίας καλά κρατούν.

Η ίδια είχε προχωρημένες αντιλήψεις για την εποχή της για την  θέση της γυναίκας, κάτι που φαίνεται και στα έργα της. Κριτικάρει και στηλιτεύει μοναδικά την κοινωνία της εποχής της, όπου η γυναίκα εξαρτιόταν από έναν καλό γάμο, προκειμένου να αποκτήσει -ή να διατηρήσει- μια καλή θέση στην κοινωνία και μία αξιοπρεπή ζωή, όπου ο σκοπός της γυναίκας είναι να παντρευτεί άνευ έρωτα μόνο και μόνο για να ικανοποιήσει ένα συγκεκριμένο ρόλο της εποχής. Παρόλα αυτά, η Όστεν δεν αντιτίθεται στις κοινωνικές επιταγές και δεν μπορούμε να πούμε ότι είχε φεμινιστική ή ριζοσπαστική ματιά στην τελική καθώς οι ήρωές της ακολουθούν με πιστή προσήλωση τις ηθικές και κοινωνικές επιταγές εκείνης της εποχής, ενώ οι ηρωίδες της αν και δυναμικές και ανεξάρτητες καταλήγουν πάντα να παντρεύονται με ένα καλό σύζυγο.

Αποτέλεσμα εικόνας για Jane austen house

Ωστόσο, στη δική της ζωή η Όστεν δεν παντρεύτηκε για χάρη της κοινωνίας. Ο ρόλος ως μητέρα και σύζυγο δεν φαίνεται να της άρεσε και τόσο πολύ, ενώ δεν θέλησε να παντρευτεί χωρίς να υπάρχει έρωτας στον γάμο.

Το Δεκέμβριο του 1802 της γίνεται πρόταση γάμου από τον Χάρις Μπιγκ Γουίδερ. Η Τζέιν αποδέχεται την πρόταση – ο γάμος θα προσέφερε σημαντικές διευκολύνσεις στην οικογένειά της, εξασφάλιση για τους γονείς αλλά και για την αδερφή της. Το επόμενο πρωί όμως, η Όστεν συνειδητοποιεί ότι η πραγματοποίηση ενός τέτοιου γάμου θα ήταν λάθος και αποσύρει το λόγο της.

Δεν υπάρχει καταγραφή σε αλληλογραφία ή ημερολόγια για το πως ένιωθε για αυτή την πρόταση γάμου, σε μια επιστολή της όμως προς την ανιψιά της, η οποία ζητούσε συμβουλή για μια σοβαρή σχέση, η Όστεν γράφει: «Θα σε παρότρυνα να μην δεσμεύσεις τον εαυτό σου περαιτέρω και να μην σκέφτεσαι καν να τον δεχθείς, εκτός και αν πραγματικά τον θέλεις. Οτιδήποτε είναι προτιμότερο ή ανεκτό από το να παντρευτείς χωρίς αγάπη».

Ο μοναδικός της έρωτας;

Σε ηλικία 20 ετών, και κατά τη διάρκεια κάποιας τέτοιας κοινωνικής εκδήλωσης, η Όστεν γνώρισε τον Τομ Λεφρόι όταν εκείνος επισκέφτηκε το Στίβεντον από το Δεκέμβριο του 1795 έως τον Ιανουάριο του 1796. O Λεφρόι είχε μόλις ολοκληρώσει τις σπουδές του στο Πανεπιστήμιο και μετακόμιζε στο Λονδίνο για να ακολουθήσει το επάγγελμα του δικαστικού.

Αποτέλεσμα εικόνας για le froy

Από επιστολές της Τζέιν στην αδερφή της, Κασσάνδρα, φαίνεται ότι οι δύο νέοι περνούσαν αρκετό χρόνο μαζί. Μάλιστα, σε μία από τις λιγοστές επιστολές που έχουν σωθεί, η Όστεν γράφει για τον Λεφρόι ότι είναι πολύ ευγενής, όμορφος και ευχάριστος νεαρός άνδρας, ενώ τον αποκαλεί φίλο της. Σε άλλη επιστολή, πέντε ημέρες αργότερα, γράφει ότι περίμενε κάποια πρόταση από εκείνον, την οποία -χαριτολογώντας γράφει- ότι θα αρνούνταν, αν εκείνος δεν εγκατέλειπε το λευκό παλτό του. Σύντομα το ειδύλλιο έλαβε άδοξο τέλος, με την οικογένεια του Λεφρόι να επεμβαίνει και να τον απομακρύνει από το Στίβεντον αφού ένας γάμος μεταξύ των δύο δε θα μπορούσε να γίνει ποτέ πραγματικότητα. Κανένας από τους δύο δεν είχε χρήματα και εκείνος βασιζόταν σε ένα θείο του στην Ιρλανδία για να χρηματοδοτήσει τις σπουδές και να τον βοηθήσει να στήσει την καριέρα του.

Αν και οι δυο τους δεν ειδώθηκαν ποτέ ξανά, η ανάμνηση του Λεφρόι συντρόφευε την Όστεν για καιρό, και κανείς από τους υποψήφιους μνηστήρες που ακολούθησαν, δεν έβγαινε κερδισμένος από τη σύγκριση μαζί του.

Αιώνια

Μόλις 41 χρονών και ταλαιπωρημένη από αρρώστια η Τζέιν Όστεν πεθαίνει αφήνοντας πίσω της ένα έργο που θα αντέξει για πάνω από 200 χρόνια, κυρίως αφήνοντας πίσω μυθοπλαστικούς χαρακτήρες όπως ο κ. Ντάρσυ, η Ελίζαμπεθ Μπένετ, η Έμμα που ακόμα και σήμερα αναπαράγονται και συντροφεύουν τους αναγνώστες.

Σχόλια

X