Έχοντας συμπληρώσει ήδη πάνω από 120 χρόνια λειτουργίας (ιδρύθηκε το 1894), η εταιρεία Gibson είναι μια από τις εμβληματικές κατασκευάστριες μουσικών οργάνων στο χώρο του ροκ και όχι μόνο: κιθαρίστες από τον Jimmy Page (φωτό επάνω), τον Angus Young και τον Tony Iommi, μέχρι τον B.B. King και τον John Lee Hooker ή ακόμα και τον Noel Gallagher και τον Bernard Butler έχουν χρησιμοποιήσει όργανα της Gibson (και θυγατρικών της όπως η Epiphone και η Dobro) σε ηχογραφήσεις και συναυλίες.

 

Παρ’ όλα αυτά, την περασμένη Τρίτη, η εταιρεία ανακοίνωσε την υπαγωγή της σε καθεστώς προστατευμένης χρεοκοπίας, σύμφωνα με τη σχετική Αμερικανική νομοθεσία, και τη συνέχιση όλων των δραστηριοτήτων της υπό αυτές τις συνθήκες, πέραν του τμήματος Gibson Innovations που αφορά ηλεκτρονικές συσκευές (όπως ακουστικά) και το οποίο θα οδηγηθεί σε κλείσιμο.

 

Η εταιρεία ιδρύθηκε το 1894 από τον οργανοποιό Orville Gibson, ο οποίος μερικά χρόνια αργότερα, το 1898,  κατασκεύασε ένα πρωτοποριακό για την εποχή, μονοκόμματο μαντολίνο το οποίο ήταν ανθεκτικότερο από τα υπόλοιπα και το οποίο μπορούσε να κατασκευαστεί μαζικά. Από τότε η εταιρεία εξελίχθηκε σταδιακά σε μια από τις πιο επιτυχημένες στο είδος της, κατασκευάζοντας το 1922 την πρώτη της (ακουστική) κιθάρα L5, των οποίων οι χαρακτηριστικές, σαν f τρύπες και η γενικότερη τεχνολογία βασίζονταν πάνω στις αντίστοιχες του βιολοντσέλου. Η κιθάρα αυτή κατασκευαζόταν επίσης μαζικά και έγινε δημοφιλής στις τάξεις των μουσικών της jazz, όπως φανερώνουν και κινηματογραφικές σκηνές από χολυγουντιανές ταινίες των αμέσως επόμενων δεκαετιών.

 

 

 

Τριάντα χρόνια αργότερα, το 1952, και χάρη στον κιθαρίστα, παραγωγό (ο πρώτος που ανακάλυψε την ηχογράφηση σε δύο κανάλια ταυτόχρονα) και οργανοποιό Les Paul, μπόρεσε να παρουσιάσει το πρώτο μοντέλο της ομώνυμης σειράς, μοντέλο που μετεξελίχθηκε σε ένα από τα δημοφιλή της εποχής του rock ‘n’ roll (με θιασώτες όπως ο Chuck Berry) αλλά και των αμέσως επόμενων δεκαετιών της μεγάλης ακμής του ροκ (βλ. τα προαναφερθέντα συγκροτήματα και μουσικούς αλλά και πολλούς άλλους, όπως ο George Harrison, ο Pete Townshend των Who και ο Mick Ronson, βασικός κιθαρίστας του Bowie κατά την glam περίοδο του). Συμπαγής και με εξαιρετική ακουστική αλλά και επίσης με τη δυνατότητα να κατασκευάζεται μαζικά, η κιθάρα Les Paul παραμένει ακόμα και σήμερα πολύ δημοφιλής, όπως και άλλα μοντέλα της Gibson και των θυγατρικών της (Epiphone, Dobro κτλ.).

 

 

Κι όμως, ήδη από τα τέλη του 2017 οι φήμες άρχισαν να πυκνώνουν πως η εταιρεία προχωρούσε προς τη χρεοκοπία, γεγονός που επιβεβαιώθηκε με την ανακοίνωση της περασμένης Τρίτης. Εκτός από την προφανή σημασία του γεγονότος για την ίδια την εταιρεία και για τον κόσμο της μουσικής γενικότερα, οι τελευταίοι μήνες σημαδεύτηκαν όχι μόνο από τις -επιβεβαιωθείσες- φήμες, αλλά και από απολύσεις εργαζομένων καθώς και καταγγελίες για προτιμήσεις της διοίκησης σε μεγάλες αλυσίδες μουσικών οργάνων και υπερβολικές απαιτήσεις προς αντίστοιχες, μικρομεσαίες επιχειρήσεις, για εσφαλμένους χειρισμούς και συμπεριφορές από την πλευρά του CEO Henry Juszkiewicz, αλλά και για  γενικότερα λάθη στη στρατηγική και το μάρκετινγκ του ομίλου.

 

 

Η διοίκηση υπόσχεται πως η επιχείρηση θα ανακάμψει. Το σίγουρο είναι πως η ιστορία αυτή είναι ένα μέγιστο πλήγμα για μια από τις μεγαλύτερες εταιρείες παγκοσμίως, για τους εργαζομένους της και, εν τέλει, για τους λάτρεις του ήχου των κιθαρών Gibson.

Το 3point magazine είναι ένα οριζόντια δομημένο μέσο που πιστεύει ότι η γνώμη όλων έχει αξία και επιδιώκει την έκφρασή της. Επικροτεί τα σχόλια, την κριτική και την ελεύθερη έκφραση των αναγνωστών του επιδιώκοντας την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Σε μια εποχή όμως που ο διάλογος τείνει να γίνεται με όρους ανθρωποφαγίας και απαξίωσης προς πρόσωπα και θεσμούς, το 3point δεν επιθυμεί να συμμετέχει. Για τον λόγο αυτόν σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού, σεξιστικού περιεχομένου θα σβήνονται χωρίς ειδοποίηση του εκφραστή τους.

Ακόμα, το 3point magazine έχει θέσει εαυτόν απέναντι στο φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, σχόλια ανάλογου περιεχομένου θα έχουν την ίδια μοίρα με τα ανωτέρω, τη γνωριμία τους με το "delete".

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη του 3point.

Σχόλια

Αρθρογράφος

Γιώργος Δρόσος

Γεννήθηκε στο Χολαργό το 1980 και σπούδασε Επικοινωνία και ΜΜΕ στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στη μουσικολογία, στο ίδιο Πανεπιστήμιο. Είναι υποψήφιος διδάκτορας στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο. Τον Απρίλιο του 2013 εξέδωσε το πρώτο του μυθιστόρημα, με τίτλο «Ελληνική Ασφυξία» (Εκδόσεις των Συναδέλφων), υπό το ψευδώνυμο Ηλίας Νίσαρης. Κείμενά του, είτε με το πραγματικό του όνομα είτε με το ψευδώνυμο, έχουν δημοσιευτεί επίσης σε διάφορα περιοδικά του ηλεκτρονικού και έντυπου Τύπου (3pointmagazine.gr, να ένα μήλο, Metropolis Free Press, Fractal Press, thecricket.gr, mixtape.gr, bibliotheque.gr, To Παράθυρο, Ποιητική, HUMBA! κ.ά.) Διατηρεί το blog www.eliasnisaris.blogspot.gr , ενώ κάθε Δευτέρα, από τις 12 έως τις δύο το μεσημέρι, παρουσιάζει την εκπομπή Wax Trash στον ιντερνετικό σταθμό www.indiegroundradio.com. Το βιβλίο του με τίτλο “Το Ορφανό Αριστούργημα”, υπό το πραγματικό του όνομα, κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Εύμαρος.

Σχετικά Άρθρα

X