Η συλλογιστική του έλληνα οπαδού συχνά μας ξεπερνά. Του έλληνα αθλητικογράφου, ακόμη συχνότερα. Αν από τον οπαδό περιμένεις να λέει και κάτι παραπάνω στην πλάκα ή πάνω στην αγανάκτηση για τον αποκλεισμό της ομάδας του, δεν μπορείς να χωνέψεις με την ίδια ευκολία, την «ευκολία» του αθλητικογράφου να κάνει το ίδιο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα των ημερών ο προσδιορισμός της Μπριζ από πληθώρα δημοσιογράφων ως «κάποια Μπριζ» που απέκλεισε τον Παναθηναϊκό.

Ο δημοσιογράφος «μικραίνει» τον αντίπαλο από το όνομά του, χωρίς βέβαια να συνειδητοποιεί ότι «μικραίνει» και τη δική του ομάδα, απαξιώνοντας τον αντίπαλό της και αξιώνοντας απαιτήσεις από τη δική του ομάδα που δεν πατούν σε στέρεες βάσεις.

Ξεκινώντας από το τελευταίο, ίσως έχουμε μία από τις βασικές αιτίες για το χάλι της ελληνικής αθλητικογραφίας. Οι δημοσιογράφοι, δεν λειτουργούν ως δημοσιογράφοι, αλλά ως οπαδοί. Λειτουργούν όπως θα λειτουργούσαν στο γήπεδο, στο καφενείο, στο σαλόνι του σπιτιού τους. Το πρόβλημα είναι ότι οι εκατομμύρια επισκέπτες που μπαίνουν στα αθλητικά sites διαβάζουν τις σκέψεις, εν βρασμώ και αφιλτράριστες πολλές φορές, ενός οπαδού και όχι εμπεριστατωμένη δημοσιογραφική ανάλυση, όπως θα δικαιούνταν.

Ο έλληνας αθλητικογράφος είναι αυτός που αναπαράγει τα κλισέ, αλλά θα όφειλε να είναι αυτός που ερευνά. Έτσι, θα μπορούσε απλά να κοιτάξει ποια είναι η “κάποια Μπριζ”, που προέρχεται από ένα πρωτάθλημα που είναι καλύτερο του ελληνικού και από μία χώρα η οποία παράγει σταθερά σούπερ σταρ για τα μεγάλα ευρωπαϊκά κλαμπ.

H Μπριζ αν και δεν διάγει τις καλύτερες των ημερών της, παραμένει μεγαλύτερο μέγεθος σε σχέση με τον Παναθηναϊκό στην Ευρώπη, τον οποίο όποτε έχει αντιμετωπίσει έχει αποκλείσει.

Πέρυσι, την ώρα που ο Παναθηναϊκός δεν έκανε νίκη στους ομίλους για το Europa League, οι βέλγοι έχαναν στο γκολ την πρόκριση στους 4 από την μετέπειτα φιναλίστ Ντνίπρο. Όσον αφορά το παρελθόν, μετράει μία παρουσία στον τελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών, σημερινού Champions League, όπου έχασε με 1-0 από τη Λίβερπουλ το 1978, ενώ δύο χρόνια νωρίτερα είχε ηττηθεί επίσης από την Λίβερπουλ για τον τελικό του σημερινού Europa League. Παρότι δεν διαθέτει την λάμψη της δεκαετίας του ’70 η Μπριζ παραμένει ένα υπολογίσιμο μέγεθος, όπως αποδείχτηκε και πέρυσι.

Η Μπριζ έδειξε από το πρώτο ματς με τον Παναθηναϊκό, όπου ηττήθηκε, ότι είναι ποιοτικά καλύτερη. Μπορεί να μη ξέρουμε τους παίκτες της, όπως θα συνέβαινε αν ο Παναθηναϊκός αντιμετώπιζε για παράδειγμα την Μπαρτσελόνα, αλλά αντίστοιχα οι βέλγοι δεν ξέρουν και τους δικούς μας, με εξαίρεση τον Εσιέν που δεν έπαιξε και πιθανές ακόμη εξαιρέσεις τους Μπεργκ, Πράνιτς και Πέτριτς που έχουν καταγράψει μια «α» διεθνή καριέρα, συν τον Κλωναρίδη από το αποτυχημένο πέρασμα του στο Βελγικό πρωτάθλημα με τη Μουσκρόν, ομάδα που τερμάτισε πέρυσι στην 13η θέση, ενώ η Μπριζ στη 2η.

H άλλη παράμετρος είναι η καθαρά οικονομική. Η Μπριζ σύμφωνα με το έγκριτο transfermarkt αξίζει 72 εκατομμύρια ευρώ και ο Παναθηναϊκός 32 εκατομμύρια ευρώ.

Η ιστορία των δύο ομάδων, η εικόνα από τα δύο παιχνίδια και η αξία τους στην ποδοσφαιρική αγορά, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ο Παναθηναϊκός δεν ηττήθηκε από «κάποια Μπριζ», αλλά από μια ομάδα καλύτερή του από όλες τις απόψεις. Αντιστοίχως βέβαια, βρίσκεται σε πλεονεκτική θέση απέναντι στην Γκάμπαλα από το Αζερμπαϊτζάν και μένει να αξιοποιήσει την υπεροχή του αυτή στο γήπεδο..

Υπάρχουν αρκετοί αξιόλογοι δημοσιογράφοι στο χώρο του αθλητισμού, που προτιμούν να κάνουν τη δουλειά τους αντί να ταΐζουν αδηφάγα πλήθη που ψάχνουν για τον επόμενο αποδιοπομπαίο τράγο. Όμως φαίνεται πως αποτελεί στρατηγική επιλογή των ΜΜΕ να αποτελούν τη μειονότητα.

Σχόλια

X