Η αντιμετώπιση του ελλείμματος σε καιρό ύφεσης δεν είναι αποκλειστικά ούτε «δεξιά», ούτε «αριστερή» προτεραιότητα: κανένα κράτος δεν επιζεί για πολύ σε αυτή την κατάσταση αν δεν κάνει κάτι, είτε είναι η Βρετανία της Θάτσερ, είτε η Βενεζουέλα του Τσάβες.

Οι τρόποι αντιμετώπισης φυσικά διαφέρουν. Μία (νεο)φιλελεύθερη («δεξιά») κυβέρνηση θα θέσει ως πρώτο στόχο τη δραστική μείωση του ελλείμματος: έτσι προχωρά μεταξύ άλλων σε γενναίες περικοπές δαπανών, μείωση των δημοσίων επενδύσεων, απολύσεις δημοσίων υπαλλήλων. Βέβαια όλα αυτά μειώνουν το διαθέσιμο εισόδημα, άρα την κατανάλωση, και οδηγούν σε κλείσιμο επιχειρήσεων και αύξηση της ανεργίας, με λίγα λόγια, σε βαθύτερη ύφεση. Μια τρύπα στο νερό, δηλαδή, καθώς το ΑΕΠ (συνολικό παραγόμενο προϊόν μιας χώρας), θα συνεχίζει να μειώνεται, άρα, όσες δαπάνες κι αν κόβεις, το έλλειμμα ως ποσοστό του ΑΕΠ θα παραμένει υψηλό. Σε αυτό, οι (νεο)φιλελεύθεροι απαντούν ότι μαζί με τις περικοπές, προχωρούν και σε αποκρατικοποιήσεις, απελευθέρωση της αγοράς εργασίας, διευκόλυνση επενδύσεων, και όλα αυτά υποτίθεται ότι θα φέρουν πίσω την ανάπτυξη, η οποία μάλιστα δεν θα εξαρτάται πλέον από τον κρατικό προϋπολογισμό. «Ανάπτυξη το λέτε αυτό, ρε;», θα φωνάξουν όμως αμέτρητοι εργαζόμενοι με μισθό που δεν φτάνει ούτε για πασατέμπο- γιατί απελευθέρωση της αγοράς εργασίας σημαίνει ότι δεν έχει βασικούς μισθούς, συμβάσεις εργασίας κι άλλα τέτοια περιττά.

Στον αντίποδα, μία πιο κεϋνσιανή / σοσιαλίζουσα («αριστερή») διαχείριση δεν θα έδινε άμεση προτεραιότητα στον περιορισμό του ελλείμματος, αλλά στην ανάπτυξη, καθώς -αντίστροφα με τα παραπάνω- όσο μεγαλώνει το ΑΕΠ, τόσο μειώνεται το έλλειμμα ως ποσοστό αυτού. Σου λέει όμως ο κεϋνσιανός, όταν χρωστάνε οι μισοί ιδιώτες στους άλλους μισούς, κι όλοι μαζί στο δημόσιο, οι τράπεζες δεν δίνουν δάνεια, και γενικά η αγορά έχει βαλτώσει, ποιος θα επενδύσει; Πρέπει το κράτος να αναλάβει δράση: παρά το ήδη φουσκωμένο έλλειμμα, προχωρά σε δημόσιες επενδύσεις, με την ελπίδα ότι οι νέες θέσεις εργασίας που θα δημιουργηθούν θα αυξήσουν το διαθέσιμο εισόδημα, την κατανάλωση, και άρα τα έσοδα του κράτους από τους φόρους. Έτοιμοι να πετάξουν τομάτες στους κεϋνσιανούς, οι σκεπτικιστές φωνάζουν ότι μέχρι να γίνουν όλα αυτά, το έλλειμμα θα έχει εκτοξευτεί σε ασυμμάζευτα επίπεδα, άσε που κανείς δεν εγγυάται ότι η κρατικοδίαιτη ανάπτυξη θα είναι επωφελής μακροπρόθεσμα για τον ιδιωτικό τομέα – που όσο να ‘ναι τον έχεις ανάγκη, μέχρι να φτιάξεις το γνήσιο κομουνιστικό κράτος, καταργώντας την ατομική ιδιοκτησία, την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο και τα συναφή.

Η κριτική στην κυβέρνηση έρχεται και από τις δύο πλευρές. Από τους κεϋνσιανούς, για προφανείς λόγους: εδώ χρειαζόμαστε αύξηση των δημοσίων δαπανών, λένε, όχι τη χατζάρα που έχει ρίξει ο Στουρνάρας και δεν έχουν ούτε χαρτί υγείας στα νοσοκομεία! Αλλά και από τους άλλους – παρεμπιπτόντως, μην πει κανείς μπροστά σε κανέναν true φιλελεύθερο ότι αυτή η κυβέρνηση είναι νεοφιλελεύθερη, παίζει να φάει μπουνίδι: τί νεοφιλελευθερισμός μού τσαμπουνάς, θα απαντήσει, που ούτε μια αποκρατικοποίηση της προκοπής δεν έχουν κάνει οι ανίκανοι, ούτε μισό δημόσιο υπάλληλο δεν έχουν διώξει, και αυξάνουν και τους φόρους από πάνω.

Δε λέω, τα περνάω φίνα ακούγοντας φιλελεύθερους και σοσιαλ-κεϋνσιανο-τέτοιους να σφάζονται. Εγώ όμως από όλες τις κριτικές προτιμώ αυτή του μπακάλη. Σου λέει, ένα μεγάλο μαγαζί είναι και το κράτος, πρόσθεση κι αφαίρεση χρειάζεται, χωρίς θεωρίες, μοντέλα κι εξισώσεις.

Ανοίγει την εφημερίδα ο κύριος Τάκης -κάθε γειτονιά αξίζει έναν μπακάλη που τον λένε κύριο Τάκη- και βλέπει στο πρωτοσέλιδο ότι η Ελλάδα πέτυχε πρωτογενές πλεόνασμα 434 εκατομμυρίων Ευρώ το 2012. «Βρε λες να μην πήγε τζάμπα το χαράτσι;», αναρωτιέται. Μετά βέβαια θυμάται ότι του χρωστάνε ακόμη την επιστροφή Φ.Π.Α. από πέρυσι, γυρνάει σελίδα και διαβάζει ότι η επιτυχία οφείλεται εν μέρει στα «517 εκατομμύρια Ευρώ που δεν επέστρεψε το Δημόσιο στους δικαιούχους [επιστροφής φόρου]».

Γυρνάει κι άλλη σελίδα, και μαθαίνει ότι ο ΟΑΕΔ δεν έχει πάρει δεκάρα τσακιστή από την «ειδική εισφορά αλληλεγγύης για την καταπολέμηση της ανεργίας». Από το 2011 παρακρατείται από όλους τους μισθωτούς του Δημοσίου, της τοπικής αυτοδιοίκησης, των τραπεζών, το 2% των τακτικών αποδοχών τους. Σε 300 εκατομμύρια Ευρώ το χρόνο (600 εκ. τη διετία 2011-2012) υπολογίζεται το συνολικό ποσό της εισφοράς, αλλά ο ΟΑΕΔ δεν έχει εισπράξει ούτε σεντ πέραν της τακτικής επιχορήγησης. Με άλλα λόγια, το κονδύλι που προορίζεται για τους ανέργους απλώς προσμετράται στα έσοδα του προϋπολογισμού.

Βγάζει ο κύριος Τάκης το τεφτέρι του και γράφει: 434 εκατομμύρια το «πλεόνασμα», μείον 517 εκατομμύρια που χρωστάει το Δημόσιο σε επιστροφές φόρων, μείον 300 εκατομμύρια που έπρεπε να έχει δώσει στον ΟΑΕΔ αλλά τα χρησιμοποίησε για να βουλώσει τρύπες στον προϋπολογισμό, μας κάνει πρωτογενές έλλειμμα 383 εκατομμυρίων Ευρώ.

Δυο λεπτά κι ένα τεφτέρι χρειάστηκε ο κύριος Τάκης για να υπολογίσει μόνος του ότι η κυβέρνηση τον δουλεύει ψιλό γαζί. Και ύστερα αναρωτήθηκε γιατί δεν τα λένε έτσι απλά αυτοί που κάνουν κριτική όλη μέρα στα κανάλια. Πρόσθεση και αφαίρεση χρειάζεται – και να ανοίγεις καμιά εφημερίδα.

Σχόλια

X