«Όταν ο Γκρέγκορ Σάμσα ξύπνησε ένα πρωινό από κακό όνειρο, βρέθηκε στο κρεβάτι του μεταμορφωμένος σε γιγάντια κατσαρίδα».

Με αυτές τις λέξεις ξεκινάει η «Μεταμόρφωση» (Die Verwandlung), η νουβέλα του Φραντς Κάφκα, που μαζί με τη «Δίκη» και τον «Πύργο», αποτελούν τα πιο δημοφιλή έργα του. Ολόκληρη η υπόθεση εκτυλίσσεται μέσα στα στενά όρια του σπιτιού όπου ζει μαζί με την οικογένειά του ο κεντρικός ήρωας του βιβλίου, Γκρέγκορ.

metamorfosi1

Πρόκειται για έναν πωλητή ο οποίος εργάζεται με εξοντωτικούς ρυθμούς, προκειμένου να καταφέρει να ξαλαφρώσει την οικογένειά του από τα δυσβάσταχτα χρέη της και να θρέψει τους ανήμπορους να δουλέψουν γονείς του και τη δεκαεφτάχρονη αδερφή του. Η μεταμόρφωση του Γκρέγκορ σε κατσαρίδα αλλάζει άρδην εκτός από τη δική του ζωή και τις ζωές των υπόλοιπων μελών της οικογένειας, τα οποία εξαρτώνται άμεσα από αυτόν.

Ο Κάφκα χρησιμοποιώντας την αχαλίνωτη φαντασία του, καταφέρνει να δημιουργήσει μια τεράστιας λογοτεχνικής αξίας αλληγορία, γεμάτη με πλήθος συμβολισμών. Με τον δικό του μοναδικό τρόπο καταδεικνύει τις πιο ακραίες αντιδράσεις του ανθρώπινου ψυχισμού, ενώ παίζοντας ταυτόχρονα τόσο με την παράνοια όσο και τη λογική, αποκαλύπτει την οικογενειακή απομόνωση, την εργασιακή αλλοτρίωση, καθώς και τη εξάρτηση του ανθρώπου από το χρήμα, που έρχονται ως απόρροια του «σύγχρονου» τρόπου ζωής στις κοινωνίες των αρχών του 20ου αιώνα.

Η «Μεταμόρφωση» αποτελεί ένα από τα ελάχιστα έργα του Κάφκα που εκδόθηκαν ενόσω αυτός ζούσε. Συγκεκριμένα, πρωτοκυκλοφόρησε το 1915, όταν δηλαδή ο συγγραφέας ήταν μόλις 32 ετών. Εννέα χρόνια αργότερα (1924) ο Κάφκα θα πέθαινε – έπειτα από ένα βίο γεμάτο κακουχίες- από φυματίωση.

metamorfosi2

Απόσπασμα από το βιβλίο
(σε μετάφραση Βασίλη Τομανά από την «Εκδοτική Θεσσαλονίκης», 1996)

» (…) Το πρώτο δεκαπενθήμερο οι γονείς του δε βρήκαν το θάρρος να μπουν στην κάμαρή του και συχνά τους άκουγε να παινεύουν τη δουλειά της αδερφής του, ενώ ίσαμε τότε της κακομιλούσαν γιατί τη θεωρούσαν άχρηστη θυγατέρα. Τώρα όμως, περίμεναν συχνά κι οι δυό τους, ο πατέρας κι η μάνα του, έξω απ’ την πόρτα την ώρα που η αδερφή του σιγύριζε την κάμαρη και μόλις έβγαινε, έπρεπε να τους πει καταλεπτώς τι γινόταν μες στην κάμαρη, τι είχε φάει ο Γκρέγκορ, πώς φερόταν και αν είχε εμφανίσει κάποια βελτίωση η κατάστασή του.

Επιπλέον, η μάνα του άρχισε σχετικά σύντομα να θέλει να δει τον Γκρέγκορ, μα ο πατέρας και η αδερφή τη συγκρατούσαν στην αρχή με επιχειρήματα που ο Γκρέγκορ τα άκουγε προσεκτικά και τα επιδοκίμαζε απόλυτα. Αργότερα όμως, υποχρεώθηκαν να τη συγκρατούνε με τη βία και τότε εκείνη έβαζε τις φωνές: «Αφήστε με να δω τον Γκρέγκορ, αφήστε με να δω το δυστυχισμένο το γιο μου! Δεν μπορείτε να καταλάβετε ότι πρέπει να τον δω;». O Γκρέγκορ σκέφτηκε ότι θα μπορούσαν να την αφήσουν να μπαίνει στην κάμαρή του, όχι κάθε μέρα βέβαια, αλλά έστω μια φορά τη βδομάδα.

Στο κάτω κάτω, εκείνη καταλάβαινε τα πράγματα πολύ καλύτερα απ’ όσο η αδερφή του, που ήταν μονάχα ένα παιδαρέλι παρά τις προσπάθειες που έκανε και είχε αναλάβει το βαρύ αυτό καθήκον από καθαρή παιδιάστικη επιπολαιότητα.

metamorfosi3

Σύντομα εκπληρώθηκε η επιθυμία του Γκρέγκορ να δει τη μάνα του. Τη μέρα δεν ήθελε να πηγαίνει στο παράθυρο, για χάρη των γονιών του. Να σέρνεται στο στενόχωρο πάτωμα, πάλι, δεν το πολυάντεχε. Δε βαστούσε ούτε να ξαπλώνει ήσυχα τη νύχτα, το φαγητό δεν του ‘δινε πια καμιάν ευχαρίστηση, και γι’ αυτό πήρε το συνήθειο να σέρνεται στους τοίχους και στο ταβάνι, έτσι μόνο για διασκέδαση. Τον ευχαριστούσε ιδιαίτερα το κρέμασμα απ’ το ταβάνι. Το χαιρόταν πολύ περισσότερο από το να ξαπλώνει στο πάτωμα. Ανάπνεε πιο ελεύθερα, το κορμί σάλευε και ταρακουνιόταν πιο εύκολα και απορροφημένος ολοκληρωτικά απ’ την ευτυχία του εκεί ψηλά, ο Γκρέγκορ χαλάρωνε και, προς μεγάλη του έκπληξη έπεφτε με θόρυβο στο πάτωμα.

Τώρα, ωστόσο, έλεγχε το κορμί του πολύ περισσότερο από πρωτύτερα και δεν πάθαινε τίποτα ακόμα κι όταν έπεφτε από τόσο ψηλά. Η αδερφή του πρόσεξε αμέσως την καινούρια διασκέδαση που ‘χε ανακαλύψει ο Γκρέγκορ- γιατί όταν σερνόταν άφηνε πίσω του χνάρια σαν από κόλλα- και σκέφτηκε να τον διευκολύνει. Για να μεγαλώσει το χώρο που θα’ χε ο Γκρέγκορ για να μετακινιέται, σκέφτηκε να βγάλει απ’ την κάμαρη τα έπιπλα που τον εμπόδιζαν και κυρίως τη σιφονιέρα και το γραφείο.

Δεν μπορούσε, όμως, να τα καταφέρει μονάχη της. Δεν τολμούσε να ζητήσει βοήθεια απ’ τον πατέρα. Όσο για την υπηρέτρια, μια δεκαεξάχρονη κοπελίτσα που βρήκε το κουράγιο να μείνει αφού έφυγε η μαγείρισσα, απ’ αυτήν δεν θα μπορούσε να γυρέψει βοήθεια γιατί η κοπέλα είχε ζητήσει σαν ιδιαίτερη χάρη, να’ χει κλειδωμένη την πόρτα της κουζίνας και να την ανοίγει μόνο σε συγκεκριμένες ώρες. Έτσι το μόνο που της έμενε να ζητήσει ήταν να ζητήσει τη βοήθεια της μάνας τους και μάλιστα κάποιαν ώρα που ο πατέρας έλειπε (.) «.

Fidel

Σχόλια

X