Μόνο αυτός με κλονίζει έτσι. Πρόσωπα χλωμά, φιγούρες που σέρνουν αιώνες στην πλάτη, χέρια ρυτιδιασμένα, άνθρωποι που άσπρισαν τα μαλλιά τους σε ένα βράδυ. Με συγκλονίζει το «για πάντα» και το «ποτέ πια». Μόνο εδώ. Δε βρίσκουν αλλού τόπο.

Όταν ήμουν μικρή κοιτούσα τα αγγελτήρια θανάτου. Καρφωνόταν το βλέμμα μου σε εκείνη τη μικρή φωτογραφία ταυτότητας πάνω αριστερά. Κι ύστερα εκείνο το «ετών». Πάλι ο χρόνος να μετρήσει τα αποτυπώματα, τα χνάρια, την περπατησιά μας! «Η σύζυγος, τα παιδιά, οι λοιποί συγγενείς.

Περνούσα από τις εκκλησίες. Έμπαινα μέσα πολλές φορές. Κοιτούσα τους λοιπούς συγγενείς που έφεραν τη λύπη τους στίγμα στο πρόσωπο. Έχεις δει τα πρόσωπα των ανθρώπων πώς στραπατσάρονται με το θάνατο; Εκεί στα βαθιά, στα εσώτερα, στα υπόγεια να δεις μια σκοτεινιά που υπάρχει! Μούχλα που έφαγε όλη την ψυχή! Σαρακοφαγωμένο σκαρί σε ένα βράδυ! «Έφυγε!» Και πού πήγε; Πήγε πουθενά;

Θυμάμαι εκείνη τη γυναίκα. Ηλικιωμένη. Πέντε άνθρωποι δίπλα της. Την αποχαιρετούσαν. Γείτονες που βρέθηκαν εκεί διεκπαιρεωτικά. Έμεινα κι εγώ. Σε μια καρέκλα λίγο πιο πίσω. «Δεύτε τελευταίον ασπασμόν» και κανένας δεν κουνήθηκε από τη θέση του. Κανείς δεν την αποχαιρετούσε. Έμεινα κι εγώ να κοιτώ. Κανείς δεν πρέπει να φεύγει μόνος του!

Ο θάνατος είναι άδικος. Επιβεβαιώνει το προσωρινό, τη μοίρα μας, το μόνιμο! Μας στερεί την ελευθερία! Αναλώσιμοι και περαστικοί! Κι έχουμε εκείνη την πεποίθηση του ατέλειωτου χρόνου, την έπαρση του αύριο, τη σιγουριά του για πάντα εδώ μαζί να περιμένουμε να ανταμώσουμε! Σαν το τώρα δεν υπάρχει!

Ακόμα κοιτώ τα αγγελτήρια θανάτων! Προσπαθώ να φανταστώ την ιστορία του ανθρώπου που ήταν και πια δεν είναι. Που έμεινε μόνο φωτογραφία, χαρτί! Χαρτιά είμαστε! Λιώνουμε στις πρώτες βροχές! Ξεχνιόμαστε και ξεχνάμε σε δώδεκα μήνες! Πάλι ο χρόνος παρών και ηγέτης, εξουσιάζει τις ζωές μας!

Στην Κρήτη τις ανύπαντρες κοπέλες τις θάβουν με νυφικό. Θρηνούν, φορούν μαύρα και φτάνουν στα όρια της αντοχής τους οι άνθρωποι. Κάποτε τα ξεπερνούν! Στα άκρα στη χαρά μας, στα άκρα και στη λύπη μας!

Να φεύγουμε! Μα να φεύγουμε στην ώρα μας! Γεμάτοι, χορτάτοι, πλήρεις! Αλλιώς να μην ερχόμαστε καν! Είναι γλυκιά η ζωή κι αξίζει να τη ζεις πολύ! Να προλάβεις να φυτέψεις δέντρα, να γράψεις ποιήματα, να αναστήσεις ανθρώπους!

(Γιούγκερμαν, Μ. Καραγάτσης)

Σχόλια

X