Χθες, Κυριακή μεσημέρι, στο γήπεδο της Αργυρούπολης, η τοπική ομάδα υποδέχθηκε το Αιγάλεω για το πρωτάθλημα της ΕΠΣ Αθηνών. «Ντέρμπι» κορυφής, με βαθμολογικό διακύβευμα. Τα σύννεφα είχαν κρύψει τον λαμπερό ανοιξιάτικο ήλιο του πρωινού, όμως η μέρα ήταν ακόμη «σπιτοδιώχτρα». Έτσι κι αλλιώς, με ήλιο ή χωρίς, η μπάλα θα ξεκίναγε να τσουλάει γύρω στις 16.30.

Έξω από το γήπεδο έβλεπε κανείς κλούβες από ΜΑΤ να περιφρουρούν τους εξωτερικούς χώρους του γηπέδου και την έλευση των οπαδών του φιλοξενούμενου Αιγάλεω. Αν μια φορά η παρουσία ΜΑΤ προκαλεί αλγεινή εντύπωση σε αγώνα Α’ Εθνικής, σε αγώνα τοπικού πρωταθλήματος σε κάνει να ξύνεις το κεφάλι σου με απορία.

Οι φιλοξενούμενοι 300 οπαδοί κατέλαβαν τη μια και μοναδική μικρή κερκίδα του γηπέδου. Οι οπαδοί της γηπεδούχου Αργυρούπολης στην πλαγιά του βουνού πίσω από το ένα τέρμα. Ακόμη  και αν δεχτεί κανείς πως, για πρακτικούς λόγους, οι υποδομές του γηπέδου δεν τους χωρούσαν όλους, από μόνη της η εικόνα συνιστά  παράδοξο. Τα δε υβριστικά συνθήματα, οι χειρονομίες, τα μπουκάλια και μερικές κροτίδες περνούσαν τα όρια του παράδοξου και μεταφέρονταν στη ζώνη της «τρέλας».

Οι αστυνομικοί επιτηρούσαν τους μεν, της κερκίδας, άφησαν όμως μόνους τους τους δε, του βουνού. Λίγο μετά το ξεκίνημα του πρώτου ημιχρόνου, μερικοί από τους δε (του βουνού), 5-6 «πειραγμένοι» οπαδοί της Αργυρούπολης, έφυγαν από το δικό τους μέρος και ήρθαν προς την κερκίδα του Αιγάλεω. Φόρεσαν κράνη και full-face, πέταξαν μερικές κροτίδες και άρχισαν να φωνάζουν. «Ελάτε πουτάνες, ελάτε να σας γαμήσουμε». Άρχισε η ανταλλαγή μπουκαλιών, αντικειμένων και η ένταση. Χωρίς λόγο. Ρώτησα να μάθω προς τι η κόντρα ανάμεσα τους, όμως κανείς δεν μπορούσε να απαντήσει. «Είναι ντέρμπι κορυφής, αν κερδίζουμε παίρνουμε το πρωτάθλημα και ανεβαίνουμε στη Γ’ Εθνική. Αν μας κερδίσουν μπορεί να ανέβουν αυτοί». «Ε και;», θα αναρωτηθεί κάποιος. Έλα μου ντε. Ε και τι έγινε;

Η ένταση παραμένει στις κερκίδες, όμως σκέφτεσαι «πάλι καλά» που μένει μόνο εκεί και μόνο σε τέτοιο βαθμό. Γύρω στο 80′ γίνεται ένα σκληρό φάουλ σε παίκτη του Αιγάλεω. Πέφτουν από πάνω οι παίκτες και αρχίζουν τις μπουνιές. Κακός χαμός. Από την κερκίδα του Αιγάλεω πέφτουν τα πρώτα μπουκάλια. Ένας παίκτης της Αργυρούπολης πέφτει κάτω. Ένας συνάδελφος του από το Αιγάλεω τον πατάει στα γεννητικά όργανα και στο κεφάλι. Πλακώνουν από πάνω του ένα σωρό άλλοι, μπαίνει μέσα και ο πάγκος. Κακός χαμός. Στο γήπεδο υπάρχουν και μικρά παιδιά που είχαν προπόνηση πριν ή μετά, ή απλά χάζευαν τον αγώνα. Μόνο και μόνο που αντικρίζουν το θέαμα, άσχετα που κινδύνευσαν και τα ίδια να «φάνε» τίποτα στο κεφάλι,  γίνονται υποψήφιοι θύτες πράξεων βλακείας στο μέλλον. Η εικόνα του γηπέδου γι’ αυτά δεν θα έπρεπε να περιλαμβάνει τέτοιες εικόνες. Δεν θα έπρεπε να εντάσσεται στο πλαίσιο των «όσων μπορεί κανείς να δει σε ποδοσφαιρικό γήπεδο».

Το παιγνίδι διακόπηκε για περίπου 20′ και ολοκληρώθηκε με 6 αποβολές και διαδικαστικά. Η ένταση της κερκίδας μεταφέρθηκε στον αγωνιστικό χώρο, ανάμεσα σε ανθρώπους που έπαιζαν ποδόσφαιρο. Η βλακεία, για άλλη μια φορά, επιβεβαίωσε τον Αϊνστάιν. Νίκησε.

Ο Εντουάρντο Γκαλεάνο όριζε τις διαφορές ανάμεσα στον «οπαδό» και τον «φανατικό», στο εξαιρετικό του βιβλίο «Τα χίλια πρόσωπα του ποδοσφαίρου».  Ο ίδιος ανήκε στους θεωρητικούς που δεν απέρριπτε το ποδόσφαιρο ως «όργανο του ιμπεριαλισμού για την διατήρηση της συνείδησης της εργατικής τάξης σε παιδική ηλικία». Το δεχόταν, το παρακολουθούσε, το λάτρευε.

Αντί επιλόγου, η άποψη του Γκαλεάνο για τον οπαδό και τον φανατικό.

Κατά τον Γκαλεάνο, «Ο οπαδός μια φορά την εβδομάδα το σκάει από το σπίτι του και πηγαίνει στο γήπεδο. Ανεμίζουν οι σημαίες, ηχούν οι ροκάνες, τα πυροτεχνήματα και τα ταμπούρλα, βρέχει κορδέλες και ψιλοκομμένο χαρτί. Σε αυτόν τον ιερό τόπο η μοναδική θρησκεία που δεν έχει άθεους επιδεικνύει τις θεότητές της. Μολονότι ο οπαδός μπορεί να παρακολουθήσει το θαύμα με μεγαλύτερη άνεση από την τηλεόραση, προτιμάει την περιπλάνηση προς αυτόν τον τόπο προσκυνήματος, όπου θα δει τους αγγέλους του να αγωνίζονται με σάρκα και οστά ενάντια στους δαίμονες που έχουν βάρδια. Εδώ ο οπαδός κουνάει το μαντίλι του, καταπίνει το σάλιο του, γκλουπ, καταπίνει φαρμάκι, μασάει το σκούφο του, ψιθυρίζει προσευχές και κατάρες, και ξαφνικά γδέρνει το λαιμό του σε μια επευφημία και πηδάει σαν τον ψύλλο, αγκαλιάζοντας τον άγνωστο που φωνάζει γκολ δίπλα του. Ό σο διαρκεί αυτή η ειδωλολατρική τελετουργία, ο οπαδός δεν είναι ένας αλλά πολλοί. Μαζί με χιλιάδες άλλους πιστούς συμμερίζεται την πεποίθηση ότι είμαστε οι καλύτεροι, ότι όλοι οι διαιτητές είναι πουλημένοι, όλοι οι αντίπαλοι είναι ύπουλοι. Σπάνια ο οπαδός θα πει: Απόψε παίζει η ομάδα μου. Συνήθως λέει: Απόψε παίζουμε εμείς. Ο δωδέκατος αυτός παίκτης γνωρίζει καλά ότι αυτός είναι που φυσάει τους ανέμους του πάθους που σηκώνουν την μπάλα όταν αυτή κοιμάται, όπως οι άλλοι έντεκα παίκτες γνωρίζουν καλά ότι αγώνας χωρίς οπαδούς είναι σαν να χορεύεις χωρίς μουσική. Όταν τελειώνει ο αγώνας, ο οπαδός, που δεν έχει κουνηθεί από τις κερκίδες, γιορτάζει τη νίκη του: τους σκίσαμε, τους ρίξαμε στ’ αυτιά- ή θρηνεί την ήττα του: πάλι μας την έφεραν, παλιοκερατά διαιτητή. Τότε ο ήλιος πέφτει και ο οπαδός φεύγει. Στο γήπεδο που αδειάζει πέφτουν σκιές. Στις τσιμεντένιες κερκίδες, ενώ σβήνουν τα φώτα και οι φωνές, καίνε μερικές μικρές εστίες φωτιάς εδώ και εκεί. Το γήπεδο μένει μόνο του, και ο οπαδός επιστρέφει και αυτός στη μοναξιά του, αυτός που υπήρξε εμείς. Ο οπαδός απομακρύνεται, διαλύεται, χάνεται, και η Κυριακή γίνεται μελαγχολική, όπως μια Καθαρή Δευτέρα μετά το τέλος του καρναβαλιού».

Αντίστοιχα, σχηματίζει την εικόνα του φανατικού, μέσα από το δικό του σύστημα ιδεών: «Ο φανατικός είναι ένας οπαδός σε κατάσταση παραφροσύνης. Η επίμονη άρνηση της πραγματικότητας οδηγεί στην εξαφάνιση του ορθού λόγου και σε οτιδήποτε άλλο προσομοιάζει σ’ αυτόν, και τα λείψανα του ναυαγίου πλέουν άσκοπα σε μανιασμένα νερά, τα οποία αναταράσσονται συνεχώς από μια οργή που δεν καταλαγιάζει. Ο φανατικός μπαίνει στο γήπεδο τυλιγμένος με τη σημαία της ομάδας του, το πρόσωπό του βαμμένο με τα χρώματα της αγαπημένης φανέλας, φτιαγμένος με τη βοήθεια θορυβωδών και επικίνδυνων αντικειμένων, προκαλώντας πολλή φασαρία και αναστάτωση. Ποτέ δεν είναι μόνος του. Ανώνυμος μέσα στο επιθετικό πλήθος, αυτή την επικίνδυνη σαρανταποδαροΰσα, ο ταπεινωμένος ταπεινώνει και προκαλεί τρόμο ο φοβισμένος. Η παντοδυναμία της Κυριακής εξορκίζει τη σκυφτή ζωή της υπόλοιπης εβδομάδας, το κρεβάτι το χωρίς πόθο, τη δουλειά χωρίς ενδιαφέρον ή την απουσία δουλειάς. Απελευθερωμένος για μια μέρα, ο φανατικός έχει πολλούς και πολλά να εκδικηθεί. Παρακολουθεί τον αγώνα σε κατάσταση επιληψίας, αλλά δεν τον βλέπει. Ο δικός του αγώνας είναι στην κερκίδα. Εκεί είναι το πεδίο μάχης του. Και μόνη η παρουσία του οπαδού της άλλης ομάδας συνιστά απαράδεκτη πρόκληση. Ο Καλός δεν είναι βίαιος, αλλά τον υποχρεώνει να γίνει ο Κακός. Ο εχθρός φταίει πάντα, του αξίζει να του στρίψουν το λαρύγγι. Ο φανατικός δεν μπορεί να χαλαρώσει, γιατί ο εχθρός παραμονεύει παντού. Μπορεί να κρύβεται ακόμα και σε αυτόν το σιωπηλό θεατή, που μπορεί ανά πάσα στιγμή να εκφράσει την άποψη ότι ο αντίπαλος παίζει σωστά, οπότε θα τιμωρηθεί όπως του αξίζει».

Σχόλια

X