Η 6η Δεκέμβρη έχει το δικό της ξεχωριστό κομμάτι στην ιστορία. Είναι η μέρα που πέθανε ο πρίγκιπας της ροκ, Παύλος Σιδηρόπουλος. Είναι η μέρα που δολοφονήθηκε από ειδικό φρουρό ο Αλέξανδρος Γρηγορόπουλος, ένας μικρός μαθητής που έκανε το… λάθος να βρεθεί στα Εξάρχεια. Είναι ακόμα η μέρα που συμβολίζει τη γέννηση μιας εξέγερσης που άφησε ανεξίτηλα τα σημάδια της.

Kατά κάποιο τρόπο όλα τα παραπάνω συνδέονται μεταξύ τους. Ο Παύλος έζησε σε διαφορετική εποχή, αλλά σε συνθήκες που έχουν πολλά κοινά στοιχεία με το τώρα. Γράφοντας το «Άντε και καλή τύχη μάγκες» έθιγε την κρατική παραφροσύνη, τον μικροαστισμό, το θυμό για το σύστημα που κρύβουν ακόμα κι οι γραβατωμένοι. Ο Αλέξης ήταν ένα ακόμα θύμα της εξουσίας που επιβάλλεται και σκοτώνει. Είχαν προηγηθεί ο συνομήλικος του Μιχάλης Καλτεζάς, οι Κούμης και Κανελλοπούλου κι άλλοι. Ένα θύμα της πολιτικής πραγματικότητας που αποτυπώνεται με τους φλογερούς στίχους και τις ανατρεπτικές μελωδίες του Σιδηρόπουλου σ’ ένα κομμάτι του ’85.

Τη δολοφονία του Αλέξη διαδέχτηκε μια αυθόρμητη κοινωνική έκρηξη. Ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι. Μια ολομέτωπη σύγκρουση με τον αυταρχισμό. Όπως και στην εποχή του Παύλου, υπήρχαν εκείνοι που περίμεναν στην γωνία για να ταυτίσουν τους διαδηλωτές με χουλιγκάνια και την οποιαδήποτε αντίδραση τρομοκρατική ενέργεια. Και υπήρχαν φυσικά εκείνοι που ήταν έτοιμοι να δεχτούν μια διαχρονική επιχειρηματολογία, όπως αποδείχτηκε, που θα τους κρατούσε μακριά από την αντίδραση και στα όρια της συγκατάβασης με την καταπίεση. Έτσι, παρότι γεννήθηκε η ευκαιρία για να μην επιτρέψουν την εξαθλίωση που ακολούθησε και έχει πλέον εδραιωθεί, προτίμησαν τη συζήτηση καφενείου βασισμένη στα παραπλανητικά πλάνα των δελτίων των 8.

dekemvris

Το ερώτημα αν ζήσαμε εξέγερση το 2008, βρίσκει απάντηση σε άλλα, ρητορικά, ερωτήματα: Πότε ήταν η τελευταία φορά που βλέπαμε καθημερινά σε όλες τις πόλεις της χώρας, τον κόσμο να κατεβαίνει στο δρόμο; Και πόσες φορές τον είδαμε να συγκρούεται με περίσσιο πάθος κόντρα σε οποιοδήποτε όριο έβαζαν μπροστά του; Είτε αυτό ήταν μια διμοιρία, είτε ένα φράγμα από κιγκλιδώματα, είτε η κυβερνητική προπαγάνδα. Αυτή ήταν και η σπουδαιότερη κληρονομιά. Η στιγμή που αντιληφθήκαν εξεγερμένοι και κράτος ότι η ανατροπή δεν απέχει παρά μία σπίθα.

Οι πορείες στη μνήμη του Α. Γρηγορόπουλου διατηρούν την παρθενική τους δυναμική. Γι’ αυτό κι έχουν την ίδια αντιμετώπιση. Είδαμε, στη συμπλήρωση των 5 χρόνων από τη δολοφονία του 15χρονου, εικόνες βγαλμένες από το παρελθόν. Μαθητές και διαδηλωτές ακινητοποιημένοι, με τα πρόσωπα στο πάτωμα, υπό την πίεση της λαβής των ματατζήδων, σε μια ακραία επίδειξη καταστολής.

Η οργή υπήρχε κι αυτή αναλλοίωτη. Αρκετοί την τιθάσευσαν και τη διοχέτευσαν στα συνθήματα, τιμώντας τον Αλέξη αλλά και βρίσκοντας μια καλή αφορμή για να διατυπώσουν αιτήματα του σήμερα κι άλλοι την είχαν συνοδοιπόρο στα επεισόδια. Διαφορετικές προσεγγίσεις, διαφορετικοί τρόποι αντίδρασης, χωρίς να μπορεί ο ένας ν’ αποκλείσει τον άλλο.

Μια εξέγερση δεν παίζεται με κανόνες. Δεν έχει πορτιέρηδες. Τους χωρά όλους. Γκρεμίζει τα πάντα και τα φτιάχνει από την αρχή. Όχι απαραίτητα ισοπεδώνοντας βιτρίνες, αλλά ισοπεδώνοντας συνειδήσεις, μαθημένες να πετούν λευκή πετσέτα. Τις αφορμές για να γίνει ξανά πραγματικότητα η εξέγερση τις βλέπεις στον πατέρα σου που έκλεισε το μαγαζί του, στον θείο που χάνει το σπίτι για ένα υποτυπώδες χρέος, στον γείτονα που πέθανε απ’ το κρύο, στον εαυτό σου που δουλεύεις σαν σκλάβος για 300-400 ευρώ χωρίς να βλέπεις το αύριο, χωρίς να ονειρεύεσαι. H oμορφιά που τόσο μας λείπει βρίσκεται στους δρόμους. Όπως έλεγε και το σύνθημα που ακούγαμε το ’08.

 

Σχόλια

X