Η εξέγερση των μεταναστών στην Αμυγδαλέζα δεν αποτέλεσε έκπληξη. Ήταν το «αμήν» ανθρώπων κλεισμένων σε κελιά – φούρνους, μ’ ένα πιάτο φαΐ τη μέρα, χωρίς περίθαλψη, χωρίς βασικά είδη υγιεινής.

Μη ξεχνάμε και τι έχουν περάσει. Πριν βιώσουν τον ρατσισμό και την καταστολή στα μέρη μας, ξεπούλησαν το βιος τους για να φτάσουν κι είδαν αρκετούς συμπατριώτες τους να σκοτώνονται.

Κι όμως όλες αυτές οι θυσίες κι οι δυσκολίες ωχριούν στα μάτια και την ελπίδα πολλών μεταναστών να ζήσουν με αξιοπρέπεια και να κτίσουν μια ζωή καλύτερη από εκείνη στην οποία τους καταδίκασαν εισβολείς ή δικτατορικά καθεστώτα.

Η είδηση της εξέγερσης δεν ξάφνιασε λοιπόν, αλλά ξάφνιασαν οι αντιδράσεις που τη διαδέχτηκαν.

Από πολλούς, η είδηση διαβάστηκε ανάποδα. Από τα πάνελ μέχρι τα καφενεία, ο κόσμος παραμέριζε την αξία της ανθρώπινης ζωής και αντιμετώπιζε τους εξεγερμένους σαν τους χειρότερους ισοβίτες. Κι έπειτα η κουβέντα πήγαινε στους τραυματίες Ματατζήδες, (αλήθεια πώς γίνεται οι τύποι με τις ασπίδες, τα όπλα και την στρατιωτική ενδυμασία να έχουν περισσότερα «θύματα» από λιγνούς, ταλαιπωρημένους, χωρίς κανένα εξοπλισμό, άντε καμιά πέτρα, ανθρώπους), την παράνομη μετανάστευση, τις δουλειές που μας παίρνουν οι ξένοι και τη γνωστή παπαρολογία, που ξεφτίζει με τον καιρό, καθώς οι ξένοι μειώνονται όπως λένε και στα δελτία των 8, αλλά όχι και τα προβλήματα.

Προσοχή, δεν λέμε ότι δεν υπήρχε ή δεν υπάρχει ζήτημα με την παράνομη μετανάστευση. Σαφώς και υπάρχει. Η χώρα, ειδικά στην εποχή των Μνημονίων, όχι μόνο δεν μπορεί ν’ αντέξει τους μετανάστες, αλλά ούτε και τους γηγενείς. Όμως όταν προσπερνάς ελαφρά τη καρδία ότι λίγα μέτρα πιο πέρα απ’ το σπίτι σου στοιβάζονται σαν τσουβάλια με χαλασμένες πατάτες, χιλιάδες άνθρωποι, που θα μπορούσαν να ήταν και πατεράδες μας που έφυγαν από το σπίτι για να μπορέσουμε να φάμε, να πάμε σχολείο ή να πάρουμε μια μπάλα, όπως συμβαίνει ξανά τώρα στην Ελλάδα, τότε αυτόματα, έχεις υιοθετήσει το σκεπτικό εκείνων που κτίζουν την Αμυγδαλέζα και τα υπόλοιπα στρατόπεδα συγκέντρωσης ανά την Επικράτεια. Ένα σκεπτικό δηλαδή που μετρά τους ανθρώπους σε δολάρια κι ευρώ, σε κέρδη και ζημιές.

Το σκηνικό επαναλήφθηκε λίγες μέρες αργότερα, όταν ένα παιδί έχασε τη ζωή του στο τρόλεϊ, επειδή δεν είχε μαζί του εισιτήριο. Η κουβέντα πήγε στους τζαμπατζήδες, στην εισιτηριοδιαφυγή, στα θύματα ελεγκτές. Ο Θανάσης Χειμωνάς το προχώρησε λιγάκι παραπάνω και αναφέρθηκε εκτενώς στο λάθος κάποιων διαδηλωτών ή δημοσιογράφων να μπερδέψουν την τιμή του εισιτηρίου του τρόλεϊ με του μετρό (μιλούσαν για 1.40 αντί για 1.20). Παραλογισμός.

Ο παραλογισμός δεν είναι μονοπώλιο της Ελλάδας. Σύμφωνα με δημοσίευμα για τα νέα ήθη κι έθιμα στις φυλακές των Η.Π.Α, οι κρατούμενοι από εδώ και στο εξής οφείλουν να πληρώνουν τα έξοδα της διαμονής τους στα κελιά. Τουτέστιν στο εξής θα χρεώνονται 9.15 δολάρια για κάθε παντελόνι που θα παίρνουν, 6.26 δολάρια για κάθε κουβέρτα, 1.15 για την πετσέτα, ενώ δωρεάν δεν είναι ούτε το χαρτί υγείας (29 σεντς)!

Αντι να δώσεις λύσεις δηλαδή ως κυβέρνηση στο πρόβλήμα της φτώχειας, φέρνεις σε ακόμα δυσκολότερη κατάσταση κόσμο που φτάνει σε σημείο απογνώσης, να κάνει δηλαδή ληστεία τράπεζας όχι για να πάρει τα φράγκα και να ζήσει μεγαλοπρεπώς στη Χαβάη, αλλά για να βρει στέγη σε κρατητήριο, όπως συνέβη πριν λίγο καιρό με ηλικιωμένο!

Οι φετινές μεγάλες κινητοποιήσεις σε Τουρκία, Βραζιλία ή στη Βουλγαρία απέδειξαν ότι μιλάμε για ένα παγκόσμιο φαινόμενο με καταπιεστές και καταπιεζόμενους. Έγιναν για διαφορετικούς λόγους, αλλά με κοινό αίτημα την αναβάθμιση του βιοτικού επιπέδου, με την ακύρωση των πολιτικών που καταπατούν δικαιώματα, που βγάζουν από τη μύγα ξύγκι. Αυτός ο παγκόσμιος αναβρασμός μπορεί να αναζωπυρωθεί, να σπάσει τα δεσμά της αδράνειας και να δώσει τέλος στην άδικη κυριαρχία των λίγων.

Και μην ξεχνάμε κάτι ακόμα. Τις παράλογες αποφάσεις και καταστάσεις, φέρνει η παράλογη υπομονή. Όσο η οργή εγκλωβίζεται μέσα στους τέσσερις τοίχους του σπιτιού μας και δεν μετουσιώνεται σε στοχευμένη και διαρκή πάλη, τόσο πιο κοντά είμαστε στον καταδικαστικό συμβιβασμό να ζούμε με ψίχουλα και χωρίς φωνή. Κοινώς, θα έχουμε πετάξει λευκή πετσέτα. Ό,τι χειρότερο.

Το 3point magazine είναι ένα οριζόντια δομημένο μέσο που πιστεύει ότι η γνώμη όλων έχει αξία και επιδιώκει την έκφρασή της. Επικροτεί τα σχόλια, την κριτική και την ελεύθερη έκφραση των αναγνωστών του επιδιώκοντας την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Σε μια εποχή όμως που ο διάλογος τείνει να γίνεται με όρους ανθρωποφαγίας και απαξίωσης προς πρόσωπα και θεσμούς, το 3point δεν επιθυμεί να συμμετέχει. Για τον λόγο αυτόν σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού, σεξιστικού περιεχομένου θα σβήνονται χωρίς ειδοποίηση του εκφραστή τους.

Ακόμα, το 3point magazine έχει θέσει εαυτόν απέναντι στο φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, σχόλια ανάλογου περιεχομένου θα έχουν την ίδια μοίρα με τα ανωτέρω, τη γνωριμία τους με το "delete".

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη του 3point.

Σχόλια

Αρθρογράφος

Κώστας Παπαντωνίου

Γεννήθηκε και ζει στα Εξάρχεια. Αγαπά τους τοίχους, τους αγώνες και τους ανθρώπους τους. Του αρέσει να φωτογραφίζει και να γράφει για όσα δεν μπόρεσε να φωτογραφίσει. Κυκλοφορεί από τα εννιά του με μια εφημερίδα στο χέρι και συνεχίζει να γράφει σε μπλοκάκι στα ρεπορτάζ. Ακούει Verve, Μπαλάφα και Grunge και διαβάζει ό,τι του γυαλίσει στις βιτρίνες της Καλλιδρομίου, της Ζωοδόχου Πηγής και της Θεμιστοκλέους. Αγαπά τα νησιά και κάποτε θέλει να ζήσει σε ένα από αυτά. Μέχρι τότε, κάνει ό,τι περνάει από το χέρι του για μια διαφορετική δημοσιογραφία, με πολλά αυτοδιαχειριζόμενα 3point και γραφιάδες χωρίς περιορισμούς.

Σχετικά Άρθρα

X