Το επόμενο πρωί ξύπνησα κατά τις δέκα και μισή και πήγα στο φαρμακείο δίπλα στο σπίτι μου.  Ζήτησα βιταμίνη C των 1000 mg και πήγα σε ένα καφέ παραδίπλα.  Παράγγειλα ένα κρύο τσάι και πέταξα την ταμπλέτα μέσα σε ένα μισοάδειο ποτήρι με νερό.  Ένιωσα μια τεράστια ικανοποίηση πίνοντάς την και ένα ζεστό συναίσθημα με πλημμύρισε.  Ήταν η πρώτη φορά εδώ και αρκετό καιρό που φερόμουν καλά στο σώμα μου.  Έκανα κάτι για να το φροντίσω, έστω και αν αυτό ήταν κάτι τόσο στοιχειώδες όσο μια βιταμίνη C.

Έβγαλα τα γυαλιά ηλίου και όλα τα σχήματα και τα χρώματα κάηκαν στη στιγμή.  Έκλεισα τα μάτια μου έβαλα πάλι τα γυαλιά τα άνοιξα και είδα πολλούς πολύχρωμους δίσκους να χορεύουν μπροστά μου.  Έπινα το τσάι και η διάθεσή μου ήταν αρκετά καλή.

Στο καφέ που καθόμουν ήταν άλλοι δύο τύποι, ο καθένας στο τραπέζι του.  Ο ένας διάβαζε εφημερίδα και έδειχνε νευρικός.  Ο άλλος ήταν νωθρός και κάπνιζε συνέχεια.  Τα δάχτυλά του ήταν κίτρινα από τη νικοτίνη και μου έδωσε την εντύπωση ότι ήταν για πάντα εκεί, σ’ εκείνο το καφέ.  Ίσως κι εκείνου του είχαν κάνει μάγια…  Απ’ όσο μπορούσα να καταλάβω όμως από τη λίγη εμπειρία που είχα σε αυτό το θέμα, θα χρειαζόταν κάτι περισσότερο για να τα λύσει από το να κρατάει τον αριστερό αντίχειρά του και να ψιθυρίζει γυναικεία ονόματα.  Το βλέμμα του ήταν θολό και απλανές ενώ στην άκρη του στόματός του είχε ξεραμένο σάλιο.  Σηκώθηκε να πάει στην τουαλέτα και τα χέρια του κρέμονταν αφύσικα πάνω στο σώμα του χωρίς να κινούνται μπρος πίσω.  Τα μάγια τον είχαν νικήσει.

Ο αέρας μέσα στο καφέ ήταν συσκευασμένος σε κύβους όπως έβγαινε από το θορυβώδες αιρ κοντίσιον και έσπαγε πάνω στις καρέκλες και τη μπάρα του μαγαζιού.  Πλήρωσα και σηκώθηκα να φύγω.  Ο νευρικός τύπος με την εφημερίδα με κοίταξε ενοχλημένος με το ίδιο ακριβώς βλέμμα που είχα λίγες μέρες πριν όταν είχα πρωτοδεί το πιάνο.  Άρχισα να περπατάω και χωρίς να το καταλάβω έφτασα στο κέντρο της Αθήνας.  Της πρωτεύουσας της Ελλάδας στη Βαλκανική χερσόνησο, στην Ευρώπη, σε μια ασήμαντη γωνιά μιας μεγάλης γαλάζιας σφαίρας.  Ο θεός με κοιτάει και χαίρεται.  Το θέμα είναι, χαίρεται επειδή είμαι καλύτερα, ή επειδή το σχέδιο του πάει όπως το ήθελε;  Αυτό το δεύτερο θα μπορούσε να μην είναι και πολύ ευοίωνο για μένα μια και κατά πάσα πιθανότητα θα ήμουν μια ασήμαντη παράπλευρη απώλεια στο μεγάλο του σχέδιο…

Εκείνη τη στιγμή μου ήρθε μια έντονη επιθυμία να πάω σινεμά.  Μπήκα σε ένα ταξί και του ζήτησα να με πάει στου Ρέντη στα μούλτιπλεξ.  Το ταξί ευτυχώς είχε τα παράθυρα ανοιχτά και παρόλο το θόρυβο και τη ζέστη ήταν καλύτερα από τον άσπρο αέρα του κλιματιστικού.  Στο δρόμο κάπου στην Πέτρου Ράλλη, μια κοπέλα έκανε νόημα στο ταξί.  Πηγαίναμε ακριβώς στο ίδιο σημείο και φυσικά συναίνεσα στο να την πάρουμε μαζί μας.  Είχε στην πλάτη της ένα τσαντάκι δερμάτινο με πολλά λουριά.  Η έκπληξή μου ήταν  μεγάλη όταν συνειδητοποίησα ότι δεν ήταν άλλη από εκείνο το κορίτσι που τα βλέμματά μας διασταυρώθηκαν λίγες μέρες πριν στην πλάκα ενώπιον του υποψήφιου διδάκτορα.  Ήταν η πολύ ίδια κοπέλα (the very same girl).

vagelis markantvnis

Το τσαντάκι ήταν η αφορμή που την αναγνώρισα αλλά στην πραγματικότητα θα την αναγνώριζα και χωρίς αυτό.  Ήταν μια πολύ όμορφη κοπέλα θέμα για το οποίο τα εκφραστικά μου μέσα είναι απολύτως ανεπαρκή για να το περιγράψω.  Παρόλα αυτά πρέπει να το κάνω γιατί τα λογοτεχνικά μου καθήκοντα-όσο ανεπαρκή και αν είναι τα αντίστοιχα μέσα μου-το επιβάλλουν.  Σταματώ για λίγο να γράφω και βλέπω το πρόσωπό της να σχηματίζεται μπροστά μου με όλες του τις λεπτομέρειες.  Τα μαλλιά της το αληθινό χρώμα των ματιών της.  Τη βλέπω μπροστά μου ολοζώντανη και πληκτρολογώ διαδηλώνοντας την αδυναμία μου να περιγράψω αυτή την ομορφιά.  Οι λέξεις που έγραψα μόλις είναι ίσως οι πιο σημαντικές της ιστορίας αυτής.  Εκείνη πάντως δεν έδειξε να με θυμάται.  Ένιωσα άνετα με αυτή την προοπτική.  Δε θα μπορούσα να χειριστώ κάτι παραπάνω απ’ αυτό.  Τουλάχιστον όχι στην κατάστασή μου.  Εγώ καθόμουν πίσω, εκείνη κάθισε στη θέση του συνοδηγού.  Είχα την ευκαιρία να την κοιτάω πίσω από τα γυαλιά μου σε όλη τη διαδρομή.

Το ταξί μας άφησε και τους δύο μπροστά στην είσοδο του εμπορικού κέντρου και εκείνη μας ευχαρίστησε ευγενικά και τους δύο.  Σα να μας έδωσαν κάποιο σύνθημα προχωρήσαμε προς αντίθετες κατευθύνσεις σαν ετερώνυμα που απωθούνται.  Εγώ προχώρησα προς το ταμείο και το κορίτσι μπήκε σε έναν στενό διάδρομο που οδηγούσε στο σκοτάδι.  Αίφνης εκείνη τη στιγμή μια ανεξήγητη παρόρμηση με οδήγησε να γυρίσω αμέσως προς τα πίσω να πάρω ένα ταξί και να επιστρέψω στο σπίτι μου.  Μια ξαφνική ανησυχία πως κάτι δεν πήγαινε καλά.  Όχι ότι είχα ξεχάσει κάποιο μάτι ανοιχτό ούτε τον θερμοσίφωνα με τον χαλασμένο θερμοστάτη.  Ούτε φοβήθηκα ότι έχει πλημμυρίσει ο νεροχύτης ούτε πως θα γίνει κάποιος μεγάλος σεισμός.  Αυτό που μου καρφώθηκε στο μυαλό όχι απλώς ως ανησυχία αλλά ως βεβαιότητα ήταν ότι  κάποιος θα έκανε διάρρηξη στο σπίτι μου.

Δεν πήρα το ασανσέρ, ανέβηκα γρήγορα τα σκαλιά του σπιτιού και άνοιξα την πόρτα η οποία ευτυχώς δεν είχε παραβιαστεί.  Η καρδιά μου δε χτυπούσε γρήγορα ούτε από την αγωνία μου μήπως είναι κάποιος μέσα στο σπίτι, ούτε καν από το τρέξιμο στη σκάλα.  Μπήκα μέσα και τα είδα όλα στη θέση τους.  Το λάπτοπ.  Ένα χομ σίνεμα.  Μια παλιά κιθάρα.  Ένα ηχητικό σύστημα.  Ένας τοίχος cd.  Μερικά άχρηστα κινητά.  Το ρολόι μου.  Φωτογραφίες.  Ένας φάκελος με 500 ευρώ.  Πήρα τον φάκελο με τα 500 ευρώ και έκλεισα πάλι την πόρτα πίσω μου.

Δεν πρόσεξα τότε, παρά μόνο τώρα που η λογοτεχνική μου ιδιότητα το επιτρέπει, πως πίσω από την πόρτα της τουαλέτας ήταν κρυμμένος ένας τύπος που είχε τρυπώσει από την μπαλκονόπορτα μόλις 5 λεπτά πριν και λίγη ώρα αργότερα θα μου έγδυνε όλο το σπίτι.  Στεκόταν εκεί και κρατούσε την αναπνοή του ακίνητος.  Μόνο η καρδιά του χτυπούσε δυνατά.  Τόσο δυνατά που τώρα, ξαναφέρνοντας στο μυαλό μου τη σκηνή, νομίζω ότι μπορώ να ακούσω το γρήγορο ρυθμικό ντουπ ντουπ.  Τότε ή δεν έδωσα σημασία ή πίστεψα πως ήταν ο βραδύστροφος ήχος του σπιτιού.  Παρόλα αυτά ακόμα κι εκείνη τη στιγμή που άνοιξα την πόρτα και ήταν όλα στη θέση τους ήταν σα να ήξερα πως ήμουν θύμα διάρρηξης.  Σα να είχα προσκαλέσει κάποιον να με απαλλάξει από όλες τις άχρηστες αναμνήσεις.  Το μόνο που δεν ήθελα να μου πάρει ήταν το μόνο που δεν μπορούσε να με βαρύνει με την κοινή μας προϊστορία.  Ο φάκελος με τα 500 ευρώ.  Τον έβαλα διπλωμένο στην πίσω τσέπη, κατέβηκα κάτω και πήρα πάλι ένα ταξί.

 

*Η φωτογραφία είναι του Παναγιώτη Παρίση 

Βαγγέλης Μαρκαντώνης

Σχόλια

X