Την κοιτάζω από το πρωί. Λουρί και θήκη δερμάτινη σαν εκείνες που κρατούσαν οι τουρίστες όταν περνούσαν τα καλοκαίρια από το χωριό. Nikon του ’84. Κειμήλιο που αναπαύεται στο ραφάκι με τα αναμνηστικά. Καταδικασμένη σε μια ατέρμονη ραστώνη.

Την κοιτάζω από το πρωί. Προσπαθώ να θυμηθώ τι προσάναμμα μου έδωσε κάποτε για να πάω παρακάτω. Πόσες φορές έγινε κλέφτης στιγμών κι έκλεψε το χρόνο μας και τον φυλάκισε σε ένα χαρτί.

Ανοίγω το κουτί. Χρόνια έχω να ανατρέξω στο χθες. Βρήκα κι εγώ τη μέρα! Αν δε φτάσεις στα όρια του μαζοχισμού δεν έχει αξία. Ξεχασμένα πρόσωπα, κάποτε αγαπημένα. Πολύ αγαπημένα. Σμίγανε τα μάτια μας, αγγίζαμε στους ώμους, στολίζαμε το πρόσωπο με το καλό μας χαμόγελο και τότε ακουγόταν το μαγικό «κλικ». Πόσα κλικ ακούστηκαν! Πόσες ματιές σμίξανε! Πόσοι τόποι μας υποδέχτηκαν! Η  Nikon του ’84. Κλέφτης στιγμών δικών μας.

Φυλακισμένος χρόνος. Παρατηρώ τα φαγωμένα μου νύχια. Άσχημα χέρια. Τώρα μετανιώνω. Τι συνήθεια κι αυτή! Είχα όμορφα δάχτυλα και ποτέ δεν το κατάλαβα. Τα έκοβα με μανία, σα ναρκομανής που έψαχνε τη δόση του. Έπρεπε να πονέσω για να σταματήσω. Τώρα καμαρώνω. Τα στολίζω και με χρώματα να φαίνονται,  τα δείχνω με υπερηφάνεια και σιγουριά , κοκορεύομαι για τον άθλο μου. Τόσες άσχημες όμως φωτογραφίες!
Κοίτα πόσα στασίδια απλώθηκαν μπροστά μου! Δρόμοι που περπάτησα, αναθεμάτισα, λάτρεψα, ερωτεύτηκα, μίσησα. Άνθρωποι και δρόμοι. Δρόμοι και στασίδια.  Σαν άλογα κούρσας που βρήκαν άλλο τερματισμό. Φαγωμένα νύχια και χαμόγελα. Σκουφιά στα μαλλιά και πανωφόρια να κρύβεις ό,τι δεν ήθελες να φανεί, ό,τι δεν ήθελες να δούνε οι άλλοι. Πόσο πρόσωπα! Κάποτε αγαπημένα! Πού πήγαν άραγε; Πιανόμαστε πάντα από τους άλλους ανθρώπους. Τη μετράμε τη ρημάδα τη ζωή με εκείνους τους συνοδοιπόρους, του συνταξιδιώτες μας, τους συμπαίχτες, τους επαίτες, τους ψεύτες, τους δυνατούς, τους αδύνατους. Κι ύστερα όλοι χάνονται σε ένα σούρουπο, σε ένα βλεφάρισμα του χρόνου, σε ένα ποτήρι κρασί που ήπιες ερήμην τους, σε ένα αναθεματισμένο  συγνώμη που άκουσες χρόνια αργότερα, που όμως άργησε και δεν είχε πια νόημα κανένα. Φίλοι, εραστές, έρωτες, παρέες, συμμαθητές, συμφοιτητές, συνάδελφοι, σύντροφοι, συν, συν, συν…. συν , πόσα συν να αντέξει και η ζωή; Όλα! Κι άλλα τόσα που θα έρθουν, θα φύγουν, θα ταξιδέψουν, θα μαγέψουν, θα  θυμώσουν, θα αγαπήσουν. Τη μετράμε τη ρημάδα τη ζωή! Μια πιθαμή, κι άλλη μια, και μια σπίθα, και μια φωτιά, κι ένα «γειά» σου, κι ένα «αντίο», κι ένα «για πάντα». Να μη γεράσουν τα μάτια. Να μπορούν να βλέπουν την ανατολή και το ηλιοβασίλεμα μιας φωτογραφίας με ένα «κλικ» και δύο και τρία και άπειρα…

Τώρα που είναι χειμώνας είπα να μαλακώσω τις λέξεις μου. Να τις λειάνω. Να στρογγυλέψω τις γωνίες. Να ισιώσω τις ευθείες μου. Πολλές στροφές και ζαλίστηκα.

Σχολική φωτογραφία. Αρκαλοχώρι. Έτος αποφοίτησης 1992. Είχε ζέστη. Τέλειωνε ο Ιούνιος. Είμαστε όλοι βρεγμένοι. Είμαστε όλοι άγουροι μα φορτωμένοι με όνειρα. Σπύρος, Μαρία, Αντώνης, Άρης, Μενέλαος, Βαγγέλης, Νεκτάριος, Φαίδρα, Ειρήνη, Έφη, Μαρία, Βαγγέλης, Κατερίνα, Στέλιος, Ελένη, Μαριάνθη, Χρήστος… και άλλοι πολλοί. 1992! Κάποιους δεν τους είδα ποτέ ξανά. Κάποιους δεν τους αναζήτησα ποτέ. Κάποιους δεν τους θυμάμαι καν. Μα κάποιους άλλους τους ονειρεύτηκα και τους άγγιξα στα κρυφά.  Γιατί η ζωή είναι απρόβλεπτα μυστήρια…..

Σχόλια

Αρθρογράφος

Κλειώ Βλαχάκη

Ζει στο Ηράκλειο της Κρήτης. Σπούδασε Ιστορία – Αρχαιολογία και Συντήρηση Έργων Τέχνης αλλά εργάζεται στην εκπαίδευση. Πιστεύει στην αυτοδιάθεση των ανθρώπων και στην ελευθερία. Ονειρεύεται ακόμα σαν παιδί κι ελπίζει πως κάποτε θα καταφέρουμε να αλλάξουμε τον κόσμο. Γράφει όταν οι σκέψεις στριμώχνονται και διεκδικούν χώρο στο κεφάλι της. Έχει πια την πεποίθηση ότι όλοι είμαστε περαστικοί κι έχουμε την ανάγκη να βρούμε άξιους συνταξιδιώτες που θα λέμε μόνο αλήθειες. Αγαπημένες της λέξεις η ουτοπία και η χαρμολύπη. Ίσως γιατί έχει καταλάβει πως αυτό είναι η ζωή.

Σχετικά Άρθρα

X