Μια φορά και έναν καιρό, ένα μικρό κορίτσι ζούσε σε ένα τετράγωνο σκοτεινό και μικρό κουτί που δεν την άφηναν να βγει από αυτό μην τυχόν και δει το κόκκινο χρώμα του ουρανού. Έμαθε να ζει με το φόβο, έμαθε πως οι άνθρωποι δεν αγαπούν τίποτα πιο πολύ από τα όπλα και το θάνατο. Οι ήχοι ήταν βίαιοι, οι κραυγές καθημερινές, ήλπιζε σε ένα θεό που δεν είδε ποτέ. Κάθε βράδυ ονειρευόταν ό,τι πετά μακριά και φανταζόταν πόσο εύκολη θα ήταν η ζωή της αν μπορούσε να γίνει για μια στιγμή κομμάτι του αγέρα, μέσα από τον οποίο θα μπορούσε να φύγει μακριά από τον τόπο της και να γίνει ένα με τη θάλασσα.

Ώσπου μια νύχτα την ξυπνούν βιαστικά για να φύγουν. Η καρδιά της σκίρτησε, το όνειρό της πήρε ζωή. Έτρεχαν να προλάβουν μαζί με άλλους το εισιτήριο για μια νέα πατρίδα. Πέρασαν μέρες πολλές μέσα σε ένα μικρό καΐκι. Ένιωθε τόσο ευτυχισμένη και αποκοιμήθηκε γλυκά στην αγκαλιά της νύχτας. Ώσπου, ξαφνικά κάποια στιγμή στη μέση του ύπνου της, την ξύπνησαν οι πολλές φωνές και είδε τα ταραγμένα πρόσωπα του κόσμου γύρω της. Στα δεξιά της, έβλεπε να ερχόταν από μακριά ένα σκάφος, το οποίο όσο πιο κοντά ερχόταν, τόσο πλήθαιναν οι φωνές του κόσμου οι οποίες ολοένα και περισσότερο μετατρέπονταν σε ουρλιαχτά, πράγμα το οποίο αύξανε τον τρόμο της. Της είπαν ότι πρέπει να πέσει για να σωθεί. Δεν μπορούσε να επιπλεύσει, κανείς γύρω της δεν ήξερα να κολυμπά, έπινε νερό και η θάλασσα την τραβούσε προς τα κάτω. Η Θάλασσα που μέχρι πρότινος ήταν ο παράδεισός της, ξαφνικά την τρόμαζε…

Ακόμη ακούγονται οι κραυγές από τα κύματα. Αν κλείσεις τα μάτια και ακούσεις προσεχτικά, θα δεις τη γιορτή που στήνουν οι ψυχές των κυμάτων. Είναι ελεύθεροι πια, αναβάτες του βυθού. Ακούς, τους ακούς;

Της Μαρίας Καμάνη

Σχόλια

X