Το μαρσάρισμα του τανκ έσπασε αυτό το ηχητικό κενό. Είχε αρχίσει να κινείται. Από την πλευρά της Στουρνάρη. Απέναντι και αριστερά καθώς κοιτώ από την πόρτα. Το βλέπω να έρχεται. Όταν ξανασκεφτόμουν αυτή την εικόνα, και θέλοντας να μετρήσω τα χρονικά διαστήματα, είπα ότι μπορεί και να ήταν ένα άλλο, από την πλευρά της Αβέρωφ που εισέβαλε. Και όχι αυτό που έβλεπα να έρχεται. Γιατί το τανκ έμοιαζε να έρχεται από μακριά. Βλέποντας τα έργα του Νταλί και του Ντε Κίρικο εμ τις βαθιές προοπτικές, θυμήθηκα και πα΄λι αυτή την αίσθηση του χώρου που είχα εκείνο το βράδυ λίγο πριν από τις τρεις. Η αίσθηση της απόστασης είχε να κάνει ίσως με την επιθυμία την δική μου να το απομακρύνω. Τα τανκς μου φαίνονταν ένα τίποτα μπροστά στη δική μου βούληση. Και ενώ ήμουνα στριμωγμένη νάμεσα στα κάγκελα και το πρώτο αυτοκίνητο, είχα την αίσθηση ότι μου έμενε χρόνος για μια τελευταία κραυγή. «Σας αγαπάω», φώναξα σαρφαλωμένη στην πόρτα, με τα χέρια και το πρόσωπό μου ανάμεσα στα κάγκελα. Ήταν οι τελευταίες λέξεις. Η τελευταία προσπάθεια να τους σταματήσω.

Απόσπασμα από το βιβλίο της Πέπης Ρηγοπούλου «Θάλαμος Ανανηψεως: Μικρά Ασία, Πολυτεχνείο, Κύπρος, Μνημόνια», εκδ. Ταξιδευτής

Σχόλια

X