Ιούλιος. Περνούν οι μήνες και παίρνουν. Για τον καθένα ορίζονται αλλιώτικα. Αλμυρίκια. Αλμύρα. Νερό θαλασσινό. Μισό φεγγάρι. Κουβέντες αδελφωμένες. Φιλιωμένες σκέψεις. Δε μας φοβάμαι τώρα! Με ήλιο καθυστερούμε τις εχθρικές σκέψεις. Αργότερα τα σπουδαία.

Ανηφορίζαμε το μεγάλο δρόμο με τις στροφές. Ανοιχτά παράθυρα. Ζεστός αέρας. Άμμος στα μαλλιά. Δέρματα ηλιοκαμένα. Από το ραδιόφωνα ακουγόταν ένα τραγούδι. «Παλιά πληγή». Και ποιος τις θυμάται εκείνες τις βαθιές πληγές ετούτη την εποχή; Τώρα που όλα είναι κόκκινα. Τα Αστερούσια σμίγανε με τον ουρανό. Εκεί στο βάθος με τα γκρεμνά και τις κακοτράχαλες όψεις. Κοκκίνιζε ο ορίζοντας.

Σας το είπα; Το χρώμα του Ιούλη είναι το κόκκινο. Άλικο. Σαν τα μαλλιά μου…

Επιστρέφεις. Πάντα θα επιστρέφεις. Η τσιμεντένια πόλη. Μια πολυθρόνα δίπλα στους κάδους.  Η Ιφιγένεια άρρωστη. Βαριά. Το σύμβολο της γυναίκας. Η πηγή της ζωής. Μα αρρωσταίνουν οι άνθρωποι Ιούλιο μήνα; Κομμένα μαλλιά αγορέ! Εξετάσεις, άνθρωποι με λευκά ρούχα, φωτογραφίες ασπρόμαυρες. Γολγοθάς. Σταυρός στους ώμους. Μα αρρωσταίνουν οι άνθρωποι Ιούλιο μήνα;

Επιστρέφεις. Πάντα θα επιστρέφεις. Ο Γιάννης και η Κατερίνα παντρεύονται. Η άλλη όψη. Τραγούδια και χαρές και ευχές! Να ζήσετε, να γελάσετε, να σωγεράσετε! Οι έρωτες ποθούν κορμιά και ψυχές! Μην τα βάλεις μαζί τους! Να βρεις συνταξιδιώτες! Να βρεις ανθρώπους να  αναστατώνουν το μέσα σου! Δεν είναι λίγο! Να μοιράζεσαι! Λίγοι εκείνοι που ξέρουν τη μοιρασιά.

Επιστρέφεις. Πάντα θα επιστρέφεις. Η Μυρτούλα! Στο πάρκο. Σε μια κούνια. Κοτσιδάκια στα μαλλιά. Η αρχή! Ελπιδοφόρα αρχή! Λάβαρο σε κορφή. Ψηλή, απάτητη, καθαρή! Δυο δοντάκια. Χαμόγελο. Αγκαλιές. Κρυφτό. Μπαλόνια στον ουρανό. Φόβος κανένας.

Επιστρέφεις. Πάντα θα επιστρέφεις. Με μια φλόγα στην καρδιά. Με μια μανία να κάψεις την πόλη. Να βάλεις το κεφάλι σε ένα λαγούμι. Μόνο το κεφάλι. Εκείνο φταίει. Το καλοκαίρι που μυρίζει καρπούζι. Που μοιάζει με φέτα φεγγαριού. Άνθρωποι γεννιούνται. Άνθρωποι πεθαίνουν. Πότε ζούμε; Πού ζούμε; Πώς ζούμε; Χωρίς οδηγίες μας έστειλαν. Το μεταξύ μας λάθος! Το μόνοι μας επιτυχία! Τα οχυρά μας κατακτημένα. Απομείναμε λίγοι, μικροί, ανίκανοι να συμπράξουμε. Μιλούμε άλλη γλώσσα. Τα πόδια στο τσιμέντο.

Επιστρέφεις. Να κάψεις την πόλη. Να βρεις ένα φως να στείλεις σινιάλα. Να ταξιδέψεις τη ζωή σου. Εκείνα τα βράδια που το φεγγάρι γεμίζει κι οι άνθρωποι ονειρεύονται κι ελπίζουν και υπομένουν και επιμένουν και λαχταρούν φώτα και μουσικές και τραγούδια. Χωρίς μαχαίρια! Χωρίς κρότους! Χωρίς λουφαγμένες αγάπες! Όλα στο φως!

*ο τίτλος από τραγούδι του Πάνου Γουργιώτη

Σχόλια

Αρθρογράφος

Κλειώ Βλαχάκη

Ζει στο Ηράκλειο της Κρήτης. Σπούδασε Ιστορία – Αρχαιολογία και Συντήρηση Έργων Τέχνης αλλά εργάζεται στην εκπαίδευση. Πιστεύει στην αυτοδιάθεση των ανθρώπων και στην ελευθερία. Ονειρεύεται ακόμα σαν παιδί κι ελπίζει πως κάποτε θα καταφέρουμε να αλλάξουμε τον κόσμο. Γράφει όταν οι σκέψεις στριμώχνονται και διεκδικούν χώρο στο κεφάλι της. Έχει πια την πεποίθηση ότι όλοι είμαστε περαστικοί κι έχουμε την ανάγκη να βρούμε άξιους συνταξιδιώτες που θα λέμε μόνο αλήθειες. Αγαπημένες της λέξεις η ουτοπία και η χαρμολύπη. Ίσως γιατί έχει καταλάβει πως αυτό είναι η ζωή.

Σχετικά Άρθρα

X