Τη θυμάμαι κάποιες φορές. Όχι πάντα. Κάθε φθινόπωρο μόνο. Το αγαπούσε και το μισούσε συνάμα. Μια άνοιξη δεν αξιώθηκε. Μονάχα φθινόπωρα η ζωή της. Κι ας γελούσε δυνατά, κι ας έδινε την ψευδαίσθηση πως μόνο άνοιξη της χαρίστηκε. Είχε η ζωή φθινόπωρα και χειμώνες… αμέτρητους!

Τρικυμίες και φουρτούνες! Φουσκοθαλασσιά στα μάτια, στην ψυχή, στο μυαλό. Να τρέχει να προλάβει τις βαρκούλες μη χαθούνε μεσοπέλαγα, να σβήσει τις φωτιές μη φουντώσουν από τους αέρηδες και κάψουν την καμένη γη, να ισιώσει τα στραβά μη λοξοδρομήσουν και χαθούν οι άνθρωποι. Φόβος μεγάλος, τεράστιος, δράκος με φτερά που τα άνοιγε και μαύριζε ο ουρανός.

Τη θυμάμαι κάποιες φορές. Όχι πάντα. Κάθε φθινόπωρο μόνο. Τότε που οι μέρες μικραίνουν, το χώμα σκάει και περιμένει διψασμένο τις πρώτες βροχές, το πρώτο νερό. Ευλογημένο νερό. Ελπίδα αφόρετη, εμβληματική, λάβαρο αποτυχημένης επανάστασης! Και ρωγμές. Χιλιάδες ρωγμές. Ποια να προλάβει να κλείσει; Ποια να προλάβει να μπαλώσει; Μια έκλεινε δέκα άνοιγαν.

Έλεγε «θα φύγω». Χιλιάδες «θα» είπε. Κι ούτε μια μελλοντική επιθυμία δεν άγγιξε το παρόν. Πάντα στο μέλλον ταξίδευαν. Και οι αλήθειες της όλες ηχηρά ψεύδη που ήξερε ότι θα παραμείνουν πουλιά άπιαστα, ανερμήνευτα.

Έλεγε καμιά φορά «φοβάμαι». Μόνο όταν ακουμπούσε το κεφάλι στον ώμο κάποιου ζαλισμένη από το ποτό. Κι έπειτα το έπαιρνε πίσω από ντροπή που ξεστόμισε αδυναμία. Ο διασκεδαστής της ομήγυρης έπρεπε να ξέρει ισορροπία και να μην έχει αδυναμίες. Το ξύλινο πατίνι την πήγαινε πότε εδώ και πότε εκεί μα ποτέ δεν είχε πτώση.

Τη βάφτισα Δανάη. Δεν ήθελα να ξέρω το όνομα της. Λες κι έχουν σημασία τα ονόματα. Αερικό ήταν και σαν αέρας ήρθε κι έφυγε. Από ένα έρωτα που της έβαλε θηλιά στο λαιμό. Όχι δεν ήταν ένας! Ήταν πολλοί! Ήταν όλοι! Και κανείς δεν κατάλαβε πως από εκείνες τις ρωγμές ξεπηδούσαν τα φαντάσματα τις νύχτες, τα ξωτικά που χόρευαν στο αφιλόξενο μυαλό της. Κι ας είχε φιλόξενη καρδιά. Πόσα τραπέζια να προκάμει να στρώσει κι εκείνη; Πόσα καλούδια να βρει στον κήπο της για να φιλέψει τον κόσμο;

Είναι κάποιοι άνθρωποι που ταξιδεύουν χωρίς φουρτούνες. Είναι και κάποιοι άλλοι που ποτέ δεν έχουν ούριο άνεμο. Είναι μυαλά που βλέπουν άλλα. Η Δανάη ήταν αερικό κι έφυγε σαν αέρας. Προδομένη από υπόγειες διαδρομές και άκυρες συμφωνίες. Παραδομένη στη μοίρα της. Κι αφέθηκε στον άνεμο, στο ρέμα και κολύμπι δεν ήξερε κι ούτε κανείς της πέταξε σωσίβιο. Πήρε μια ανάσα κι έφυγε. Και φοβήθηκε πολύ. Πάρα πολύ…
Τη θυμήθηκα αυτές τις μέρες. Άκουγα ένα τραγούδι και ήρθε στο μυαλό μου.

«Φιλί που μάτωσε η νύχτα το φεγγάρι
πήρε φωτιά της μοναξιάς σου το δοξάρι
άγρια σημάδια στο κορμί που ταξιδεύει σε μια αόρατη αγκαλιά
χορεύεις μόνη στου έρωτά σου τη θηλιά»

Κάθε τέτοια εποχή τη θυμάμαι. Τώρα που σιγά-σιγά οι μέρες μικραίνουν και μου θυμίζουν πόσο μικροί είμαστε κι εμείς. Σταγόνα στον ωκεανό, κουκίδα στην απεραντοσύνη, άμμος που κρατάμε στις χούφτες και ξεφεύγει από τα δάχτυλα.

Η Δανάη ήταν αερικό….

Σχόλια

Αρθρογράφος

Κλειώ Βλαχάκη

Ζει στο Ηράκλειο της Κρήτης. Σπούδασε Ιστορία – Αρχαιολογία και Συντήρηση Έργων Τέχνης αλλά εργάζεται στην εκπαίδευση. Πιστεύει στην αυτοδιάθεση των ανθρώπων και στην ελευθερία. Ονειρεύεται ακόμα σαν παιδί κι ελπίζει πως κάποτε θα καταφέρουμε να αλλάξουμε τον κόσμο. Γράφει όταν οι σκέψεις στριμώχνονται και διεκδικούν χώρο στο κεφάλι της. Έχει πια την πεποίθηση ότι όλοι είμαστε περαστικοί κι έχουμε την ανάγκη να βρούμε άξιους συνταξιδιώτες που θα λέμε μόνο αλήθειες. Αγαπημένες της λέξεις η ουτοπία και η χαρμολύπη. Ίσως γιατί έχει καταλάβει πως αυτό είναι η ζωή.

Σχετικά Άρθρα

X