Λεωφορείο, μετρό σχολή. Μετρό λεωφορείο σπίτι. Ατελείωτη αλλά και αναγκαία ρουτίνα, μαζί με χιλιάδες ακόμη επιβάτες.

Ρουτίνα, που δυστυχώς πολλές φορές δείχνει την απομόνωση και την αδιαφορία με το χειρότερο πρόσωπο της. Δεν είναι περίεργο άραγε, ότι στο μέρος όπου ο κάθε ένας από μας θα βρεθεί με τον περισσότερο κόσμο, εκεί θα νιώσει και πιο μόνος από ποτέ; Τρεις ημέρες στα μέσα, τρεις διαφορετικές ιστορίες…

Ημέρα πρώτη
Η διαδρομή γνωστή και πάνω -κάτω ίδια κάθε μέρα. Αγιος Αντώνης-Πανεπιστήμιο και έπειτα ολιγόλεπτο περπάτημα μέχρι τη σχολή μου. Κατεβαίνω τα σκαλιά του μετρό  με φούρια και προλαβαίνω στο τσακ πριν ακουστεί ο ήχος που σηματοδοτεί και το κλείσιμο των πορτών στο βαγόνι. Σεπόλια, Αττική, Σταθμός Λαρίσης. Χαμένη στις σκέψεις μου. Μεταξουργείο, μία φωνή με ξυπνά, μία τρεμάμενη φωνή «Με λένε Μανώλη, πάσχω από επιληψία και χρειάζομαι χρήματα για να αγοράσω τα φάρμακά μου». Δεν έτρεμε μόνο η φωνή του αλλά ολόκληρος, ακόμα και το χέρι του που κρατούσε τη ταυτότητα και τα χαρτιά από το νοσοκομείο. Τα ρούχα του λιωμένα, το πρόσωπο του σκοτεινό και θλιμμένο, σχεδόν απόκοσμο.

Δεν ξέρω αν όντως έπασχε από επιληψία, ξέρω ότι υπέφερε όμως. Φαινόταν στο βλέμμα του και σε κάθε του κίνηση.  Είχε ειλικρινή ανάγκη από χρήματα. Ο απέναντι συνεχίζει να διαβάζει εφημερίδα, η διπλά μου σαν να συγκινείται στιγμιαία αλλά η αδιαφορία επιστρέφει με γοργούς ρυθμούς στο βλέμμα της, ένας άλλος επιβάτης κοιτάει με αηδία αναμειγμένη με απορία. Κανείς δεν το βοηθάει. Γυρνάω σπίτι μετά από μία κουραστική μέρα,  γυρνάω το κλειδί στην πόρτα, ο Μανώλης έχει σταματήσει να παιδεύει το μυαλό μου.

Ημέρα δεύτερη
Απόγευμα, περιμένω στη στάση το λεωφορείο που θα με οδηγήσει λίγα βήματα από την εξώπορτα του σπιτιού μου. Συνωστισμός, ίσα-ίσα που καταφέρνω να ακουμπήσω δίπλα από ένα κάθισμα, ώστε να στηρίζομαι κάπου. Φωνές, προσπαθώ να τις απομονώσω, θέλω να ακούω τις δικές μου σκέψεις μοναχά, σκέφτομαι δυσαρεστημένη. Οι υπόλοιπες με ενοχλούν. Απέναντι μία μεσήλικη κυρία, ακουμπάει στη θέση όπως ακριβώς και εγώ αλλά πολύ πιο ανήσυχα. Μιλάει στο τηλέφωνο. Η απόσταση τόσο  κοντινή ώστε να ακούω έστω και άθελα μου τι λέει. «Η Μαρία έχει καρκίνο στον εγκέφαλο», το επαναλαμβάνει ξανά και ξανά. Μάλλον για να το εμπεδώσει η ίδια και όχι να το ακούσει ο συνομιλητής της. Η Μαρία είναι η μητέρα της και ο καρκίνος εντοπίστηκε μόλις σήμερα. Κλείνει το τηλέφωνο απότομα και σχεδόν κλαίει. Κανείς δεν καταλαβαίνει τίποτα, ούτε καν ο διπλανός της. Έπειτα από κάποιες στάσεις αποβιβάζεται, νιώθω ένα κενό. Ένας άνθρωπος της οδεύει στο θάνατο και μία άγνωστη στο λεωφορείο το γνωρίζει.

Ημέρα τρίτη
Πανεπιστήμιο -Αγ. Αντώνης. Είμαι ανακουφισμένη που επιβιβάζομαι στο βαγόνι του γυρισμού. Ένας ναρκομανής ζητάει χρήματα, χωρίς να σκαρφίζεται κάποια ασθένεια. Κανείς δεν του δίνει και αποφασίζει να καθίσει, σε μία στάση άλλωστε αποβιβάζεται. Το βαγόνι σχεδόν γεμάτο, ψάχνει με το βλέμμα για το που θα βρει μία άδεια θέση. Οι περισσότεροι αποστρέφουν το βλέμμα τους με αηδία και αποδοκιμασία. Μόνο ένας νεαρός κάνει μία θέση μέσα ώστε να χωρέσει να κάτσει. Η απέναντι του μαζεύει με αηδία τα πόδια της για να περάσει, λες και αν την ακουμπούσε θα την κολλούσε κάποια ασθένεια. Συστήνονται κατευθείαν. Και οι δύο πάσχουν από τον ίδιο εθισμό. Ομόνοια, ακούγεται η γυναικεία φωνή από το μεγάφωνο. Ο ένας πιάνει το χέρι του άλλου για να βρουν ισορροπία και να σηκωθούν.» Πεινάω», φωνάζει ο ένας στον άλλον. «Το ξέρω ότι πεινάς», του απαντάει ο άλλος, «έχω εξήντα λεπτά να πάρουμε έναν ελληνικό καφέ. Αλλά γκαζάκι που θα βρούμε να τον βράσουμε»; Οι πόρτες κλείνουν, αυτοί χάνονται αλλά εγώ νιώθω λιγότερο άνθρωπος από ποτέ.

Σχόλια

X