(Ανάβεις τσιγάρο)

-Μπορείς να θυμηθείς την πρώτη φορά που ακούμπησες με τα μάτια σου τον έρωτα της ζωής σου;
-Τον ποιον; (γελάς)
-Τον έρωτα της ζωής σου. (Χαμογελάω)
-Δεν πιστεύω σ’ αυτά.
-Σε ποια;
-Στους έρωτες και τις αηδίες σου.
-Μα αφού θυμάμαι πως μίλαγες για εκείνον, λες και μιλούσες για χρώματα.
-Τί χρώματα;
-Χαρούμενα και ζωηρά, ανακατεμένα.
-Και μαύρο;
-Όχι μαύρο, δεν υπήρχε μαύρο.
-Πάντα υπάρχει μαύρο.
-Όχι για εκείνον.
-Και τότε πως έγινε και τον ξέχασα, ή με ξέχασε και ξεχαστήκαμε;
-Ξεθώριασαν.
-Ποια;
-Τα χρώματα.
-Ξεθωριάζουν;
-Ξεθωριάζουν.
-Και τί κάνεις μετά;

Μετά προσπαθείς να ζήσεις. Όμως, δεν θα μπορέσεις ποτέ να συμβιβαστείς με την ιδέα ότι ο κόσμος δεν είναι όπως τον ήθελες και κάθε μέρα θα ξυπνάς το πρωί, νομίζοντας ότι έχεις την δύναμη να τον αλλάξεις. Και κάθε βράδυ δεν θα σε παίρνει ο ύπνος, γιατί η αποτυχία θα σου κρατάει τα βλέφαρα και δεν θα τα αφήνει να πέσουν. Θα κοιτάς οθόνες, παλιά μηνύματα, ξεχασμένους έρωτες, χαλασμένες αναμνήσεις. Το παρελθόν μοιάζει όμορφο, μα στην πραγματικότητα δεν ήταν. Τα χαμόγελα στις φωτογραφίες σε ξεγελούν και σβήνουν τυχόν ατυχή γεγονότα. Πιάνεις το μολύβι να γράψεις μα το μυαλό σου έχει παραλύσει. Δεν πειράζεις, αύριο, λες. Μα ξέρεις πόσο πονάει το λευκό χαρτί – άλλος ένας λόγος για να μην κλείνουν τα μάτια.

Βάζεις ένα ποτήρι κρύο νερό και βγαίνεις στο μπαλκόνι. Σκέφτεσαι. Είναι συνήθως μικρές βλακείες που κάνει κανείς για να μοιάσει διαφορετικός για εκείνους που τον ερωτεύονται. Κλείνει τα μάτια του όταν βάζει την μπουκιά στο στόμα και βαριανασαίνει όταν του ψιθυρίζεις στο αυτί πως τον αγαπάς. Περνάει τα φανάρια με κόκκινο γιατί βαριέται να περιμένει. Ποτέ δεν σε περίμενε και έμενες πάντα πίσω.

Τα καλοκαίρια καθόσασταν μαζί σε κάτι χαλασμένες σεζ λονγκ κάτω από τ’ αστέρια του Αυγουστιάτικου ουρανού. Τον κοίταγες στα μάτια και δεν μπορούσες να καταλάβεις αν ήταν χαρούμενος ή λυπημένος. Του έσκαγες ένα φιλί και εκείνος άπλωνε τα χέρια του σε όλο σου το σώμα. Αργεί το φθινόπωρο, έλεγες στον εαυτό σου, αργεί και εμείς είμαστε νέοι, γιατί αγχώνεσαι. Αγχώνεσαι γιατί νομίζεις ότι σπαταλάς την ζωή, ότι περνάνε οι μέρες και δεν κάνεις τίποτα -ούτε καν όνειρα. Αγχώνεσαι γιατί νομίζεις ότι δεν θα προλάβεις να ζήσεις όπως θέλεις. Αγχώνεσαι γιατί νομίζεις ότι ζεις όπως σου επιβάλλουν οι άλλοι. Αγχώνεσαι επειδή κάθε μέρα θέλεις να κάνεις 100 πράγματα -και τελικά κάνεις 2.

Κανείς δεν σε ήξερε όπως σε ήξερε εκείνος, αλλά αυτό δεν σημαίνει τίποτα, γιατί ο καθένας μας επιλέγει έναν λάθος άνθρωπο να ανοιχτεί. Δεν φοβάσαι την απόρριψη, ή την προδοσία, φοβάσαι την μοναξιά που τις συνοδεύει. σους ανθρώπους κι αν συνάντησες, όσους ανθρώπους κι αν κορόιδεψες, εν τέλει, περισσότεροι πάντα ήταν αυτοί που σε ξέχασαν, με ένα χαμόγελο στα χείλη…

Φωτογραφίες – εσύ, αυτός, οι φίλες του, οι φίλοι σου και δύο τρεις άγνωστοι που σας κοιτάν περίεργα. Θυμάσαι, σου λέει, όταν πήγαμε στο Λυκαβηττό που σε κοίταγα στα μάτια και γέλασα αθόρυβα; Ήθελα να σου πω σ’αγαπώ αλλά φοβόμουν μην γελάσεις εσύ αντί για μένα.

Η δικιά σου ελεύθερη ουτοπία είναι μελαγχολική και γι’ αυτό σ’ αρέσει. Δεν έχεις μπορέσει να είσαι ελεύθερη, όπως κανείς ποτέ δεν μπόρεσε, αλλά έφτασες κοντά, όταν δεν είχες τίποτα να χάσεις.

Λίγο πριν το τέλος, βγάζεις χαρτί και του γράφεις:

“Αγαπητέ άγνωστε,
Κάθε μέρα που περνά προσπαθώ να σε κάνω γνωστό. Βρίσκω στοιχεία, σχεδόν σαν ντετέκτιβ σε υπόθεση δολοφονίας, για να φτιάξω ένα παζλ που μόνη μου άρχισα, μόνη μου θα τελειώσω. Πολλά κομμάτια χάθηκαν και έβαλα τα δικά μου, αυτά που εξαιτίας σου σκορπίστηκαν σε μέρη του κόσμου που ποτέ δεν έχω δει.

Δεν μπορώ να θυμηθώ πως σε γνώρισα και ούτε έχει σημασία. Αλλά θυμάμαι πως σε έχασα, ή μάλλον πως μου στέρησες το δικαίωμα να ζήσω ένα ακόμα μελοδραματικό τέλος, έναν ακόμα υγρό αποχαιρετισμό. Εάν ένα πράγμα δεν είχε καταφέρει άνθρωπος να μου στερήσει, αυτό ήταν το δράμα μου, το προσωπικό μου, το δικό μου. Το δράμα μου ήταν σαν την κολόνια μου. Και, σαν τις υποσχέσεις που ποτέ δεν τήρησες, δεν αλλάζει ακόμα κι αν ο κόσμος γύρω του απαιτεί σοβαρότητα και ρεαλισμό. Ρεαλισμός. Μέρες αμέτρητες προσπαθούσα να τον σκέφτομαι, να τον συνδέσω με σένα, αλλά αν θεωρήσουμε ότι έστω και για λίγο ενσάρκωσες τον έρωτα, τότε γεννιέται δίπολο απαραβίαστο και ανίκητο.”

(Σβήνεις το τσιγάρο πάνω στο χαρτί).

Σοφία Νταλή

Σχόλια

X