«Για να γίνουν θαύματα, πρέπει να πιστεύουμε σε θαύματα». Αυτό έλεγε, έτσι το αισθανόταν. Δεν θα μπορούσε άλλωστε να μην το πιστεύει, αφού η ζωή και το έργο του ήταν γεμάτο από τέτοια. Έκανε και άλλους να πιστεύουν σ’ αυτά. Στην πορεία τα είδε και να γίνονται. Γι’ αυτό και 106 χρόνια από τη γέννησή του, μνημονεύεται ακόμα ως ο κορυφαίος Έλληνας σκηνοθέτης.

Με αφορμή την επέτειο γέννησης του Καρόλου Κουν,το 3pointmagazine μίλησε με τον Διαγόρα Χρονόπουλο, διευθυντή της δραματικής σχολής του Θεάτρου Τέχνης και κάνει ένα αφιέρωμα στο μεγάλο κεφάλαιο του σύγχρονου ελληνικού θεάτρου.

Ο Κάρολος Κουν γεννήθηκε στην Προύσα, στις 13 Σεπτεμβρίου 1908, και, στα 78 χρόνια της ζωής του (σ.σ. απεβίωσε στις 14 Φεβρουαρίου 1987) έμελλε να σημαδέψει την πορεία του θεάτρου, των τεχνών και του πολιτισμού στην Ελλάδα. Φοίτησε στη Ροβέρτειο Σχολή της Κωνσταντινούπολης και σπούδασε αισθητική στο Πανεπιστήμιο της Σορβόνης.

_
Το ξεκίνημα

«Δεν ξεκινήσαμε με την προοπτική να προσθέσουμε ένα ακόμα θέατρο στα τόσα υπάρχοντα, ούτε θέσαμε ως απώτερη φιλοδοξία μας, να πετύχουμε να δώσουμε παραστάσεις, κατά τι καλύτερες από τον Α ή τον Β. Δεν κάνουμε θέατρο για το θέατρο. Δεν κάνουμε θέατρο για να ζήσουμε. Κάνουμε θέατρο για να πλουτίσουμε τους εαυτούς μας, το κοινό που μας παρακολουθεί κι όλοι μαζί να βοηθήσουμε να δημιουργηθεί ένας πλατύς, ψυχικά πλούσιος και ακέριος πολιτισμός στον τόπο μας. Το Θέατρο Τέχνης είναι μια εκδήλωση ζωής».

Αυτή ήταν η φιλοσοφία του Κουν, που στα 21 του χρόνια βρέθηκε από την Προύσα στην Αθήνα, δουλεύοντας ως καθηγητής Αγγλικών στο Κολλέγιο Αθηνών. Η πρώτη παράσταση που σκηνοθέτησε ήταν το «Τέλος του ταξιδιού» του Σέριφ, ενώ με μαθητές του, από το Κολλέγιο, παρουσίασε έργα του Αριστοφάνη («Όρνιθες», «Βάτραχοι», «Κύκλωπας», «Πλούτος») και του Σαίξπηρ («Όνειρο Θερινής Νυκτός»). Το 1933 ιδρύει με τον Γιάννη Τσαρούχη και τον Διονύσιο Δεβάρη τη Λαϊκή Σκηνή. «Τα αισθητικά στοιχεία που με συνεπήραν τότε, συνδέονταν με το Ελληνικό Λαϊκό, το κάπως σχηματοποιημένο, όπως φανερωνότανε στη ζωή τη γνήσια χωριάτικη και νησιώτικη, στα δημοτικά μας τραγούδια και πιο πίσω, στις Βυζαντινές αγιογραφίες και στα αρχαία αγγεία».

«Είχε όραμα. Από 20 χρονών ονειρευόταν να κάνει παραστάσεις Αριστοφάνη. Σπούδασε στο Παρίσι και όταν γύρισε διορίστηκε στο Κολλέγιο λόγω του ότι ήξερε πολύ καλά αγγλικά. Και από εκεί ξεκίνησε τις πρώτες του παραστάσεις με τον Αλέξη Σολωμό σε ρόλο ηθοποιού μέχρι το ΄42 οπότε και ιδρύθηκε το Θέατρο Τέχνης», μας λέει ο Διαγόρας Χρονόπουλος, επί σειρά ετών διευθυντής της δραματικής σχολής και καλλιτεχνικός διευθυντής του Θεάτρου Τέχνης Κάρολος Κουν αλλά και μαθητής του ίδιου του Καρόλου Κουν.

Η Λαϊκή Σκηνή λοιπόν, λειτουργεί έως το 1936, ενώ το 1942 ίδρυσε το Θέατρο Τέχνης και τη Δραματική Σχολή του, όπου μαθήτευσαν οι σημαντικότεροι σκηνοθέτες και ηθοποιοί της μεταπολεμικής Ελλάδας. Η πρώτη παράσταση ήταν η «Αγριόπαπια» του Ίψεν, με μαθητές της σχολής του και τον ίδιο τον Κουν σε ρόλο σκηνοθέτη και ηθοποιού. Στόχος του; «Να δημιουργηθεί ένα θέατρο συνόλου, από μια ομάδα που θα ‘χει μάθει να σκέφτεται και να εργάζεται με ψυχική και οργανική ενότητα, ένα θέατρο έξω απ’ το εμπορικό κύκλωμα, αδέσμευτο από επιχειρηματία, απαλλαγμένο από βεντετισμούς, ανένδοτο σε καλλιτεχνικούς συμβιβασμούς». Ακόμη, ανέβασε Ίψεν, Τζορτζ Μπέρναρντ Σω, Πιραντέλλο και μετά την απελευθέρωση για πρώτη φορά στην Ελλάδα Λόρκα, Τένεσι Ουίλιαμς, Μίλερ και πλήθος άλλων ακόμα.

Η ατμόσφαιρα και τα πρώτα προβλήματα
Πίστευε πως «η αφετηρία και η βάση του θεάτρου, όπως και κάθε μορφής τέχνης, είναι η ποίηση και η μαγεία. Αν λείψουν αυτά, δεν υπάρχει θέατρο». Αυτό είναι που βρίσκει εφαρμογή στη δουλειά του και ο κόσμος της Αθήνας αγκαλιάζει το Θέατρο Τέχνης.

Karolos_Koun
Η λειτουργία του αναστέλλεται το 1949, λόγω οικονομικών δυσχεριών. Ανοίγει όμως και πάλι το 1954, σε μορφή κυκλικού θεάτρου, στο -θρυλικό σήμερα- υπόγειο. Ο Κουν, οι συνεργάτες του και οι ηθοποιοί δουλεύουν ακούραστα, για ένα θέατρο που να μιλά στην ψυχή και για τη ζωή του κάθε ανθρώπου. Άλλωστε, «σα θέατρο, δεν αποτεινόμαστε σε ορισμένη τάξη ή σε ορισμένη κατηγορία ανθρώπων. Όλοι, όσοι είναι πρόθυμοι να χαρούν και να εργαστούν μαζί μας, πλούσιοι και φτωχοί, πονηροί και αφελείς, αλήτες και νοικοκυραίοι, είναι όλοι ευπρόσδεκτοι». Τη περίοδο εκείνη (1950-53) ο Κουν συνεργάστηκε με το Εθνικό Θέατρο, σκηνοθετώντας Τσέχοφ («Ο θείος Βάνιας», «Οι τρεις αδερφές»), Πιραντέλο («Ερρίκος Δ΄»), κ.ά.

«To σημαντικότερο δεν ήταν οτι μας σύστησε πολύ σημαντικούς σύγχρονους συγγραφείς όπως ο Πίντερ, ο Ιονέσκο κ.ά. αλλά ότι έφερε στην Ελλάδα ένα άλλο είδος υποκριτικής που ξεκινάει από τον Βαχτάνγκωφ και το προχώρησε ακόμα περισσότερο. Εκείνη την εποχή παίζανε ή μπουλβαράκια ή θέατρο με στόμφο. Ο Κουν έφερε τη καθημερινή ομιλία στο θέατρο. Αυτό άλλαξε την ιστορία του θεάτρου μας. Όλες οι παραστάσεις εδώ και 20 χρόνια παίζονται στο ύφος υποκριτικής που δίδαξε ο Κουν», λέει ο Διαγόρας Χρονόπουλος.

Οι …«ειδικοί» της εποχής, υποτιμώντας την «ανθρωπίλα» που μύριζε η δουλειά του, τον έκριναν σκληρά. «Αρρωστημένο» και «ερασιτεχνικό», ήταν μερικοί από τους χαρακτηρισμούς που του απέδωσαν. Η παράσταση «Όρνιθες», που παρουσιάζεται το 1959 στο Ηρώδειο, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών, διακόπτεται από τις αποδοκιμασίες, ενώ ο Κουν, χαρακτηρίζεται «βέβηλος». Μια παράσταση σε σκηνοθεσία Καρόλου Κουν, μουσική Μάνου Χατζιδάκι, σκηνικά Γιάννη Τσαρούχη και χορογραφία Ζουζούς Νικολούδη. Μια παράσταση που στο «Θέατρο των Εθνών» του Παρισιού, στο Λονδίνο, στη Ζυρίχη, στο Μόναχο, στη Μόσχα, στο Λένινγκράντ, στο Φεστιβάλ της Βιέννης, στις σκανδιναβικές πρωτεύουσες, στο Θεατρικό Φεστιβάλ του Βελιγραδίου, στην «Ελληνική Εβδομάδα» στο Ντόρτμουντ, στη Βενετία, στη Βαρσοβία, γνωρίζει την αποθέωση.

Ο χλευασμός των Ελλήνων, έρχεται σε αντίθεση με τα διθυραμβικά σχόλια που έρχονται από το εξωτερικό. Ο Κάρολος Κουν, όμως, επιμένει. Απορρίπτει την πλειοψηφία των προτάσεων να σκηνοθετήσει στο εξωτερικό και παραμένει πιστός στην Ελλάδα. Ανεβάζει παραστάσεις με ασίγαστο πάθος, ενώ δε διστάζει ποτέ να κατεβάσει παράσταση, ακόμα και με πολύ μεγάλη επιτυχία και αθρόα προσέλευση θεατών, όταν πιστεύει, πως έχει έρθει η ώρα ν’ ανέβει η επόμενη.

assets_LARGE_t_420_54247748

Σύμφωνα με τον Διαγόρα Χρονόπουλο άλλο ένα σημαντικό στοιχείο της μεγάλης αλλαγής που έφερε ήταν η ενασχόληση του με το Αρχαίο Δράμα. «Άλλαξε το ύφος του Αριστοφάνη. Έφερε ένα νέο είδος εξπρεσιονισμού στην κωμωδία που βασιζόταν στον Κόντογλου και με συνεργάτες όπως ο Τσαρούχης και ο Χατζιδάκις που μας έδωσαν παραστάσεις όπως οι «Όρνιθες» αλλά και οι «Πέρσες» όσον αφορά στην Τραγωδία με τη θρυλική πια μουσική του Γιάννη Χρήστου.»

21-1-thumb-large
Για τον Κουν το αρχαίο δράμα αποτελούσε πεδίο διαρκούς αναζήτησης και σύγκρουσης: δεν το αντιμετώπιζε ως κάτι νεκρό, μνημειακό, αλλά ως κάτι παλλόμενο, σημερινό, που μας αφορά. «Για μένα είπαν πως ανέβασα καλά τον Αριστοφάνη και τον Αισχύλο, πως η παράσταση των «Ορνίθων» και των «Περσών» ήταν οριακά γεγονότα στη νεότερη ιστορία της ερμηνείας του αρχαίου δράματος», ανέφερε ο ίδιος. «Αυτή η αναγνώριση μου αρκεί».

Το 1984 το ελληνικό κράτος παραχώρησε έναν χώρο στην Πλάκα, για την ανέγερση του θεάτρου Κ. Κουν.

B16A7AAE4D759A06543F712BEB1F5452
Τιμήθηκε με το παράσημο Φοίνικα, το Αργυρό Μετάλλιο της Ακαδημίας Αθηνών και το βραβείο Θεάτρου των Εθνών. Με τη διαθήκη του, που δημοσιεύτηκε λίγες μέρες μετά το θάνατό του τον Φεβρουάριο του 1987, κληροδότησε τον τίτλο Θέατρο Τέχνης στους Γ. Λαζάνη, Μ. Κουγιουμτζή και Γ. Αρμένη με την προτροπή να συνεχίσουν τη συνεργασία τους στο Θέατρο Τέχνης Κ. Κουν.

_1_~1
Ο Κάρολος Κουν αποτελεί σταθμό στην ιστορία του ελληνικού θεάτρου και μία σπουδαία προσωπικότητα. «Υπάρχουν πολλά στοιχεία του χαρακτήρα του που δεν είναι γνωστά. Στη σχολή και στο θέατρο φερόταν στους ανθρώπους με μία τρυφερή συμπάθεια. Ποτέ δεν έβαζε τις φωνές στη σχολή. Θύμωνε καμιά φορά με τους παλιούς ηθοποιούς στην πρόβα και τότε φώναζε αλλά με τους νεότερους ηθοποιούς ποτέ. Απλώς απογοητευόταν εύκολα και δεν έδινε πια σημασία. Ήταν ένας τρυφερός άνθρωπος που γέλαγε πολύ. Στη σχολή μάλιστα ήταν πολύ κεφάτος, του άρεσε πολύ η σχολή.»

Αποτέλεσε μία από τις φωτεινότερες στιγμές στην ιστορία του ελληνικού θεάτρου. Η σημαντικότερη κληρονομιά του είναι το έργο του αλλά ίσως ακόμη σημαντικότερη είναι η πίστη. Η πίστη σε αυτό που αγαπούσε, η πίστη στην ομάδα, στους ανθρώπους, στο θαύμα.

Επιμέλεια: Σελήνα Διαμαντοπούλου, Δημήτρης Ρούσσος

Σχόλια

X