*Το αναδημοσιεύουμε από το giati-baba.blogspot.gr

Το «Τηνιακό» καταρχήν ήταν πολιτικό στέκι των φοιτητών της Αριστεράς. Βασικά μάζευε σχεδόν μόνο τέτοιους. Ήταν πάμφτηνο και εκεί πήγαινες τον πρωτοετή για να τον ψήσεις και να πιείτε μπύρες. Που να τον πας, σε κανονικό μαγαζί, να σας έρθει ο ρεφενές κούκος αηδόνι και να τον χάσεις; Θα πας στο κλασικό μαγαζί που σέρβιρε μόνο «Κάιζερ», «Αμστελ» και «Χάινεκεν», είχε τραπεζάκια σιδερένια, τα ίδια που έστηνες στο τριήμερο του πολυτεχνείου, και οι ποικιλίες ήταν πάντα ψιλές φέτες ψωμιού με ζαμπόν, τυρί, τυροσαλάτα, λουκανικάκι και αυγό. Τρεις από το καθένα, μια αιώνια ρουτίνα που ποτέ δεν γνώριζε εξαίρεση. Ποτέ δεν φτιάχτηκε διαφορετικά η ποικιλία. Ένωνες τα τραπεζάκια, περνούσαν άλλοι πέντε-έξι, κονομούσες από δω και από κει καρέκλες, παράγγελνες και ξεκινούσες να εξηγείς τι είναι η συνδιοίκηση, γιατί η ΠΚΣ κατεβάζει παντα ξεχωριστά πλαίσια, τι σημαίνει περιφρούρηση της πορείας, ποιος ο ρόλος των καθηγητών στο εποικοδόμημα, τι είναι η ειδίκευση στο πτυχίο και τι ζημιά προκαλεί στα εργασιακά σου δικαιώματα, γιατί η ΕΑΑΚ βάζει 40 αιτήματα στα πλαίσια συνελεύσεων, πως συνδέεται το φοιτητικό κίνημα με το λαϊκό κίνημα, και τελείωνες να τον ρωτήσεις πως βλέπει την κατάσταση και τι λένε τα πράγματα στην Καρδίτσα.

Μπορούσες να πας και για χαλαρή κουβέντα, χωρίς πρωτοετά. Να πιάσεις θέματα όπως το τι σημαίνει πολιτικά το «όπλο παρά πόδας» του Ζαχαριάδη, για την υπόθεση Πλουμπίδη, για το κατά πόσον οι Δίκες της Μόσχας συντέλεσαν στην νίκη του Ερυθρού Στρατού το 1945, για την κατάρρευση της ΕΣΣΔ, για τη σχέση Ελλάδας-ΕΕ-ΗΠΑ, για τη Βάρκιζα και την αποχή του ’46, για το τι γίνεται στη Λατινική Αμερική, στο Ιράκ και στο Κουρδιστάν. Και να τελειώσεις με τις αγαπημένες ταινίες. Και η κουβέντα ξαφνικά να ξαναφουντώνει για τον Μπουνιουέλ, τον Κεν Λόουτς και τον Άιζενστάιν. Και τελικά να καταλήγει στο «δεν πάμε ρε να τσιμπήσουμε τίποτα;», όταν το μαγαζί έκλεινε πια και οι γκαρσονομαγαζάτορες μετρούσαν τις μπύρες που είχες αφήσει πάνω και κάτω και δίπλα από το τραπέζι, καθώς και τα πιάτα της ποικιλίας στιβαγμένα το ένα πάνω στο άλλο, και ίσως να είχε μείνει η απαίσια τυροσαλάτα/τυροκαφτερή/τι στο διάολο ήτανε.-43 ευρώ παιδιά! και ο καθένας είχε κατουρήσει ήδη τρεις φορές!

Ενίοτε οι παρέες ήταν και μικτές, από άλλους πολιτικούς χώρους. Τότε η ένταση ήταν ακόμα πιο μεγάλη. Ειλικρινά, δεν θυμάμαι να έχει μουσική αυτό το μαγαζί! Ακουγόταν μέσα-έξω μια απίστευτη βαβούρα, ήταν ένα μελίσσι που όσο πλησίαζες, είτε από τη Λεωφόρο Αλεξάντρας είτε από τον κάθετο της Σπύρου Τρικούπη, ολοένα και δυνάμωνε, δυνάμωνε, μέχρι που έφτανες μπροστά στο θέαμα δεκάδων ανθρώπων να μιλάνε όλοι μαζί και δυνατά. Τα καλοκαίρια. Γιατί τον χειμώνα, με εξαίρεση κάτι άτυχους που δεν βρήκαν θέση ή καμμένους που κουλουριάζονταν στις καρέκλες έξω κάτω απ’ τις τέντες, μέσα ήταν που επικρατούσε ο πανζουρλισμός. Ήταν ήσυχα μέχρι να ανοίξεις την τζαμόπορτα. Μετά σου ερχόταν απότομα το ηχητικό κύμα, σαν να σπάει το φράγμα του ήχου ένα αεροπλάνο, και εσύ σαστισμένος να χαιρετάς μέσα στο σύννεφο κάπνας τους γνωστούς και να ψάχνεις την παρέα σου που είχε έρθει από πριν. Κάποιοι μπορεί να μύριζαν και δακρυγόνο. Μικρό το κακό. Και εσύ μπορεί να μύριζες ιδρωτίλα, τσιγαρίλα και δακρυγόνο. Γιατί το «Τηνιακό» πάντα ήταν η κατάληξη μιας διαδήλωσης.

Υπήρχαν και οι φορές που πήγαινες μόνο για να πιεις μπύρες. Να ξεσκάσεις από το διάβασμα της εξεταστικής, ας πούμε. Να βγεις ρε παιδί μου. Πήγαινες μηχανικά εκεί. Τελικά αυτό το μαγαζί ήταν το πιο παραδοσιακό της ιστορίας. Παραδοσιακό με την έννοια της τήρησης της παράδοσης, πάντα τα ίδια και τα ίδια, καμία αλλαγή και σε τίποτα. Γι’ αυτό λατρεύτηκε, οι ρουτίνες που λένε και οι ψυχαναλυτές. Αν το αναλύσεις, θα πεις ότι ήταν το πιο αντιεμπορικό-εμπορικό στέκι των ευρύτερων Εξαρχείων. Σκασίλα τους αν ήθελες κάτι άλλο για ποικιλία ή καμιά περίεργη μπύρα. Αυτό είναι, αν δε θες περιμένουν όρθιοι άλλοι είκοσι που έχουν πιάσει μάλιστα κανονικά κουβέντα. Όρθιοι. Δεν φεύγουν. Δεν είχε -Πέτρο, πά’ να φύγουμε μωρό μου, είναι τίγκα. Άλλωστε, οι απογευματινοί σιγά σιγά αραιώνανε, πολλοί από αυτούς ολόχεστοι πια από τις μπύρες. Κάποιοι κάθονταν και με αγνώστους προσωρινά, ή και για όλη τη βραδυά,-κάτσε ρε φιλαράκι, δεν υπάρχει πρόβλημα. Το χαρακτηριστικότερο όμως είναι που καθόσουν πλάτη με πλάτη με τον από πίσω και γύριζες να μιλήσεις στον διπλανό σου και ανάμεσά σας υπήρχε ένα κεφάλι. Ο ένας δεν άκουγε τον άλλον, ο καθένας τα δικά του, σαν να μη συμβαίνει τίποτα, δεν έδινες σημασία.

Για πολλούς, το «Τηνιακό» ήταν η αρχική έξοδος πριν πάνε σε κανένα μπαρ. Κανείς όμως δεν καθόταν κάτω από τρεις ώρες. Είχε και περίπτερο από κάτω για τα τσιγάρα σου. Είχε και σουβλατζίδικο πιο πάνω, όλα τα κομφόρ, αλλά έτσι και αλλιώς η Πλατεία ήταν κοντά. Ήταν ένα άσυλο. Κανείς δε μας ενόχλησε εκεί τα χρόνια που πήγαινα. Και η φωλιά του λύκου ήταν πιο πάνω. Ήταν λοιπόν ένα διαπανεπιστημιακό άσυλο, εκεί βρισκόταν όλες οι φυλές, γυναίκες, άντρες, Πολυτεχνείο, παρτάλια της Γεωπονικής, Νομική, ΑΣΟΕΕ, Φιλοσοφικές, ΤΕΙ, μαλλιά, μούσια και μοϊκάνες, σκουλαρίκια και μακριά φουστάνια, κόκκινα, μαύρα, μπλε μαλλιά, ροκάδες, μεταλλάδες, έντεχνοι και πάνκηδες, πρωτοετά και αιώνιοι (κυρίως αιώνιοι), άνθρωποι και σκυλιά, αριστεροί, κομμουνιστές, αναρχικοί (λίγοι, είχαν δικά τους στέκια) και τροτσκιστές (ζουν ανάμεσά μας!), αλλά και ενίοτε κάποιοι κουλαρισμένοι δαπίτοπασπίτες, λίγοι κνίτες που την ψάχνανε, βλάχοι, νησιώτες, κρητικοί και αρβανίτες, όχι όμως τηνιακοί. Η μόνο σχέση που είχε το μαγαζί με την Τήνο ήταν ότι η πολυκατοικία ανήκει σε κάποιον τηνιακό σύλλογο.

Πάει κι αυτό. Έκλεισε επί Τσίπρα. Τίποτα δεν θα μείνει όρθιο για την Αριστερά μετά την Πρώτη-Φορά-Αριστερά. Και τώρα που τα λεφτά είναι ακόμα πιο λίγα, μαζέψτε κομμάτια!

Σχόλια

X