Ακούμπησε τη φωνή της σε ένα ξεχασμένο ποίημα. Μετά από λίγο την πλάνεψε η κούραση και αποκοιμήθηκε. Είχε τόσες σκέψεις ακόμη να ολοκληρώσει που δεν θα έφτανε μόνο ένα βράδυ. Χρειαζόταν τόσο πολύ να βρει τη γαλήνη που έβλεπε στα πρόσωπα των περαστικών.

Οι προσπάθειες έμεναν κάθε φορά στη μέση. Ημιτελείς. Από εκεί που σκεφτόταν τρόπους να δει τη ζωή αλλιώς, κατέληγε σε σκέψεις που την έπειθαν περισσότερο για τη ματαιότητα της ύπαρξης. Την ασχήμια των δρόμων, την έκανε δική της. Πίστευε πως ήταν το πιο άσχημο κομμάτι τους. «Χρειάζεσαι βοήθεια», της έλεγαν κι εκείνη αντί να αρπάξει τα χάπια, άρπαζε μια ανάμνηση, την έκανε κλαρί σε ψηλό δέντρο και σαν παιδί που χαίρεται σε κούνια, χαιρόταν με την παλιά της ανέμελη ζωή.

Δεν τολμούσε να ρωτήσει τους περαστικούς πώς εκείνοι κατόρθωναν να παραμένουν ανέμελοι. Δεν έβλεπε που κρατούσαν τους χαρτόφυλακες, ή φορούσαν γραβάτες, ή και τα δύο. Ζήλευε την ανεμελιά των παιδιών που πήγαιναν για ακόμη ένα παιχνίδι, αλλά δεν τολμούσε ούτε αυτά να τα ρωτήσει. Δεν έβλεπε που κουβαλούσαν κιλά ψυχρής γνώσης στις πλάτες τους στο δρόμο για το επόμενο μάθημα.

Το σώμα της είχε κουραστεί περισσότερο από τη ψυχή. Το έσερνε από δρόμο σε δρόμο, από γειτονιά σε γειτονιά, οι ώρες περνούσαν, μα εκείνη τη λύση στα αδιέξοδά της δεν την έβρισκε. Στην προσπάθειά της να ζήσει όπως όλοι οι κανονικοί άνθρωποι, αδυνατούσε να δει την άλλη πραγματικότητα. Είχαν κι εκείνοι σκοτούρες. Τρώγονταν κι εκείνων τα σωθικά από τις αγωνίες, που ίσως να μην ήταν οι ίδιες με τις δικές της, αλλά το αποτέλεσμα δεν διέφερε πολύ. Μια πόλη φάντασμα, τρύπια σαν τις ψυχές των ανθρώπων, δεν θα είχε αυτή την όψη αν μόνο ένας από τους εκατομμύρια κατοίκους της βίωνε την απόλυτη απογοήτευση. Μέσα στο κουτί του ο καθένας χτυπά από πλευρά σε πλευρά. Δεν μπορεί να τις διαπεράσει, δεν μπορεί να δει τα κουτιά που φορούν οι άλλοι γύρω του.

Εκείνη ήθελε  απλά να ζήσει κανονικά, αλλά θα έπρεπε να απαντήσει πρώτα αν ήθελε να ζήσει. Να απαντήσει στα γκράφιτι των τοίχων. «Αναπνέεις;» – «Γιατί φοράς κλουβί;». Να φανταστεί ως επόμενη στιγμή της αψεγάδιαστα όλα όσα πέρα από τους φόβους και τις αγωνίες, διακαώς ποθούσε. Τα πράγματα ήταν πολύ πιο απλά. Όταν το κατάλαβε, άρχισε να βλέπει την πόλη των φαντασμάτων από ψηλά. Και τα ποιήματα από παρηγοριά, έγιναν συνοδοιπόροι.

*Η φωτογραφία είναι του συντάκτη μας Αλέξανδρου Βάκουλα.

Σχόλια

X