«Είμαστε κάτι ξεχαρβαλωμένες κιθάρες. Ο άνεμος όταν περνάει, στίχους, ήχους παράξενους ξυπνάει στις χορδές που κρέμονται σαν καδένες». Στίχος που η πλειοψηφία των μαθητών του Λυκείου έχει κοροϊδέψει, έχει παραφράσει, έχει υποτιμήσει.

Πώς άλλωστε να μην το κάνει έχοντας σαν ελαφρυντικό την ανωριμότητα της νιότης, τη μη επίγνωση της σπουδαιότητας της ποίησης και την άγνοια για τη ζωή του ποιητή (προφανώς όχι τα βιογραφικά του στοιχεία).

Όπως πολλά άλλα πράγματα, έτσι και η ποίηση, θέλει το χρόνο της. Είναι δύσκολο στην ηλικία των 16-17 χρόνων για έναν μέσο άνθρωπο, να αντιληφθεί και να ερμηνεύσει με τον δικό του τρόπο, ποίηση. Για κάποιους η συνειδητοποίηση μπορεί να μην έρθει ποτέ -πρόκειται για την κατηγορία ανθρώπων που δεν έχει ενδιαφερθεί και εκτιμήσει την ποίηση μέχρι το τέλος της ζωής- για όσους όμως έρθει, είναι σαν να ανοίγεται ξαφνικά ένας νέος κόσμος, με παραλληλισμούς, με νοήματα πέρα και πίσω από το προφανές, με σύνθετες καταστάσεις που περιγράφονται τόσο απλά σε ένα δίστιχο και σε αφήνουν άφωνο με την ικανότητα αυτή.

Για κάποιον που διαβάζει και εκτιμά την ποίηση, ο Κώστας Καρυωτάκης σίγουρα λαμβάνει υψηλή θέση στο Πάνθεον των σπουδαίων Ελλήνων ποιητών, ανεξαρτήτως αν ο αναγνώστης είναι φύσει αισιόδοξος ή φύσει απαισιόδοξος. Μπορεί η ποίηση του Καρυωτάκη να διαπνέεται από την απαισιοδοξία και ενίοτε την ειρωνεία και τον σαρκασμό, ωστόσο η «σύλληψη» της ζωής και η εξαιρετικά ώριμη θεώρησή του απέναντι στα πράγματα και τους ανθρώπους, από πολύ μικρή ηλικία, δεν αφήνουν καμία αμφιβολία για τη σπουδαιότητα και την αξία του.

Και μπορεί η πλειοψηφία των, νέων κυρίως, ανθρώπων, να τον έχει συνδέσει με το ποίημα «Είμαστε κάτι ξεχαρβαλωμένες κιθάρες…», καθώς αυτό διδάχθηκε στο σχολείο, ωστόσο ο Τριπολιτσιώτης ποιητής έχει αναφερθεί στα ποιήματά του σε όλες σχεδόν τις πτυχές της καθημερινής ζωής, αλλά και σε πιο φιλοσοφικούς στοχασμούς, με την χαρακτηριστική του «απελπισία» και απαισιοδοξία. Ακόμη και σε ποιήματα που αναφέρονταν σε έννοιες όπως η άνοιξη, η μυγδαλιά, η αγάπη, η θάλασσα, ο Καρυωτάκης έγραφε με μελανά χρώματα για τα συναισθήματα που αυτές προκαλούν, για την ματαιότητα των πραγμάτων, για τον πόνο της ανθρώπινης ύπαρξης (χαρακτηριστικότατη η συλλογή «Ο πόνος του ανθρώπου και των πραγμάτων»).

Κάτι τέτοιο ήταν λογικό να τον οδηγήσει στον πρόωρο θάνατο, που ο ίδιος επέλεξε στην ηλικία των 31 χρόνων, μιας και ο σωματικός πόνος (υπέφερε από σύφιλη), όσο -και κυριότερο- ο ψυχικός, δεν του άφηναν περιθώρια «χαράς». Παρά τα συνεχή ταξίδια, τη μόνιμη εργασία (υπάλληλος Νομαρχιών), αλλά και την αγάπη που είχε δεχτεί (γνωστός ο έρωτάς του με την επίσης ποιήτρια, Μαρία Πολυδούρη), ο ίδιος έμενε ανικανοποίητος, βαθιά απαισιόδοξος και πάντα μοναχικός.

Κάτι τέτοιο φαίνεται ξεκάθαρα στην τελευταία του επιστολή που βρέθηκε στην τσέπη του, μετά την αυτοκτονία του, την 21 Ιουλίου 1928, στην Πρέβεζα, στην οποία αναφέρεται σε «όσους, καθώς εγώ, δεν έβλεπαν κανένα ιδανικό στη ζωή τους, έμειναν πάντα έρμαια των δισταγμών τους, ή εθεώρησαν την ύπαρξή τους παιχνίδι χωρίς ουσία».

Μπορεί λοιπόν το δικό του παιχνίδι ζωής να έληξε άδοξα, ωστόσο όπως συμβαίνει με όλους τους «μεγάλους» ανθρώπους, το όνομά του και κυρίως το έργο του, δεν μπορούν παρά να αποτελούν πηγή έμπνευσης και θαυμασμού για κάθε έναν που βρίσκει καταφύγιο στην ποίηση, μαθαίνει και γίνεται «πλουσιότερος» από αυτή.

Διαβάστε ακόμη:

Σχόλια

X