Μια γυναίκα ταξιδεύει. Την ανησυχεί περισσότερο η εικόνα που περιποιήθηκε για τα μάτια των άλλων, απ’ ότι θα της άρεσε να αγναντεύει άβαφτη το ηλιοβασίλεμα στο καράβι. Η γαλήνη της θάλασσας δεν μιλούσε στη ψυχή της. Βρισκόταν σε ταραχή. Κυριαρχούσε πάνω της η συνεχής αγωνία για τη στιγμή που έρχεται και για εκείνη που μόλις πέρασε, φτάνοντας στο σημείο που δεν είχε παρά να μετρά χαμένες ευκαιρίες.

Selfie. Με το αγόρι της απαθανατίζει την πρώτη τους στιγμή στο νησί. Ευτυχώς έχει καλό ίντερνετ. Η φωτογραφία ανεβαίνει στο προφίλ της και κατακλυσμός από likes ακολουθεί μέσα σε λίγο δευτερόλεπτα. Αισθάνεται ένα πετραδάκι ελαφρύτερη. Αλλά όσο περνά η ώρα το πετραδάκι γίνεται αβάσταχτο βάρος. Έχει μπροστά της 7 ημέρες να απολαύσει όσο ποτέ τη ζωή που δεν έζησε τον υπόλοιπο χρόνο.

Το καθρεφτάκι. Ενώ ο φίλος της μιλά στο τηλέφωνο, βρίσκει λίγο χρόνο ώστε να εμφανίζεται αψεγάδιαστη. Όσο χρειάζεται για να μην την πάρει κανείς χαμπάρι, ανοίγει το τσαντάκι, βγάζει σχεδόν στο ύψος του φερμουάρ ένα μικρό καθρεφτάκι και διορθώνει τις ατέλειες. Δεν θα τις παρατηρούσε κανείς ακόμη και αν παρέμεναν, όμως έπρεπε να το κάνει. Ένα ακόμη πετραδάκι έφυγε. Μια μικρή ανακούφιση κατέφτασε, όπως το πλοίο που έπιασε στο νησί του που έγινε για λίγο στη φαντασία της η ελπίδα να δραπετεύσει για το άγνωστο.

Ανάμνηση. Θυμάται εκείνη τη μέρα στο παγκάκι κοντά στο σπίτι της. Με τον εφηβικό της έρωτα, είχαν ανταλλάξει δύο σκισμένες σελίδες μπρος πίσω με ποιήματα. Μιλούσαν για τη μοναδική αίσθηση να βλέπεις στο κάθε τι καθημερινό το άλλο σου μισό. Πίστευαν πώς έτσι ήταν ο ένας για τον άλλο. Πίστευαν επίσης ότι μπορούσαν να δουν όλο τον κόσμο σε μια βόλτα. Η δική τους βόλτα κράτησε μέχρι τα αποτελέσματα των πανελλαδικών. Διαφορετικές πόλεις και προκλήσεις στις οποίες δεν μπορούσαν να πουν όχι, έπρεπε να τις ζήσουν και χωρίστηκαν.

Το βράδυ πριν φύγει. Ξέρει πως έχει μία ακόμη ευκαιρία να περάσει ελεύθερη από έγνοιες όπως δεν πέρασε τον υπόλοιπο χρόνο. Η ελπίδα γίνεται ξανά εφιάλτης όταν συνειδητοποιεί ότι η ευκαιρία αυτή είναι η τελευταία. Οι διακοπές της κινδυνεύουν να ολοκληρωθούν άδοξα, ενώ από την επόμενη κιόλας μέρα θα είχε να δουλέψει ξανά. Να νιώθει μέσα της το γκρίζο όπως τα κτίρια που αντικρίζει κάθε μέρα από το γραφείο της σε ψηλό όροφο με θέα. Και πάλι το βάρος είναι αβάσταχτο και πάλι η αγωνία της την καταπλακώνει. Σε μια στιγμή, το βλέμμα της παύει να κάνει ότι παρακολουθεί τους φίλους του φίλου της μιλούν ασήμαντα για τα ασήμαντα, εστιάζει στο ελαφρώς λερωμένο από το κραγιόν ποτήρι της και ψιθυρίζει: Λίγη ζωή ακόμη.

Σχόλια

X