Διαβάζουμε την έκπληξη πολλών για το γεγονός ότι η επικεφαλής του ακροδεξιού AfD στη Γερμανία είναι λεσβία. Τα ερωτήματα που τίθενται πώς σχετίζεται η σεξουαλική της ταυτότητα με την ακροδεξιά της πολιτική ταυτότητα, όταν γίνονται από τη μεριά της αριστεράς περιέχουν διάφορες αυθαίρετες παραδοχές που στην πραγματικότητα αποτελούν μια εθελοτυφλία και μια μεγάλη πολιτική αβελτηρία του συγκεκριμένου πολιτικού χώρου, που εδράζεται σε βολικές για τον ίδιο διαπιστώσεις, που όμως δεν αποτελούν τη μία και μόνη έκφανση της πραγματικότητας.
Παραδοχή πρώτη: Το ΛΟΑΤΚΙ κίνημα ανήκει δικαιωματικά στο χώρο της αριστεράς, γιατί είναι αυτή που πρώτη το αγκάλιασε και το στήριξε και συνεχίζει να το κάνει μέχρι σήμερα.
Πράγματι το ΛΟΑΤΚΙ κίνημα αγκαλιάστηκε από την αριστερά, που το στήριξε από τα πρώτα του βήματα, με τη Σοβιετική Ένωση της πρώτης περιόδου να αποτελεί τη χώρα που πρώτη στον κόσμο αποποινικοποίησε την ομοφυλοφιλία το 1923. Όμως αυτό δεν διήρκεσε παρά μόνο μια δεκαετία και έκτοτε η ομοφυλοφιλία σαν σεξουαλική πρακτική, επαναποινικοποιήθηκε και αποτέλεσε αιτία διώξεων από το καθεστώς του Στάλιν και των ύστερων ηγετών. Ομοφυλόφιλοι όμως δεν υπήρξαν μόνο στη Σοβιετική Ένωση. Στο καθεστώς της Βαϊμάρης, οι ομοφυλόφιλοι απολάμβαναν μια εξαιρετικά μεγάλη ελευθερία κινήσεων με καλλιτεχνικά δρώμενα και δραστηριότητα σε διάφορους τομείς. Ακόμα και στο κόμμα των Ναζί ανοιχτά ομοφυλόφιλοι άνδρες, όπως ο Ernst Röhm, είχαν πολύ υψηλά πόστα, πριν εξολοθρευθούν από τον Χίτλερ.
Αυτό που πρέπει κανείς να δει είναι ότι η πολιτική ένταξη των ομοφυλοφίλων δεν ήταν αποκλειστικά στην αριστερά, και αυτό είναι διαχρονικό. Ομοφυλόφιλοι υπήρχαν και υπάρχουν σε όλους τους πολιτικούς χώρους, ακόμα και σε αυτούς που είναι εχθρικοί σε αυτούς.
 
Παραδοχή δεύτερη: Δεν υπάρχουν φασίστες ομοφυλόφιλοι.
Αυτό είναι ένα από τα πιο μεγάλα φληναφήματα που κυκλοφορεί από κομμάτια της αριστεράς και έχει τη βάση του υποτίθεται στην εμπειρία των στρατοπέδων συγκέντρωσης των Ναζί και τις διώξεις που υπέστησαν οι ομοφυλόφιλοι στη διάρκεια του πολέμου. Υποτίθεται ότι μετά την εμπειρία αυτή η ριζοσπαστικοποίηση του ΛΟΑΤΚΙ κινήματος και η σύγκρουσή του με βασικές δομές εξουσίας που μέχρι εκείνη τη στιγμή ήταν κυρίαρχες, θα οδηγούσε στην εξαφάνιση από το προσκήνιο των φασιστών ομοφυλοφίλων.
Αυτή η παραδοχή προϋποθέτει ότι βλέπει κανείς το ΛΟΑΤΚΙ κίνημα σαν ένα ξεκομμένο κομμάτι της κοινωνίας που διεκδικεί δικαιώματα χωρίς να υφίσταται καμία συνέπεια από τις υπόλοιπες κοινωνικές εξελίξεις και άρα να μην επηρεάζεται από αυτές, δηλαδή σαν τα ΛΟΑΤΚΙ άτομα να είναι μέσα σε μια γυάλα. Δεν υπάρχει πιο επικίνδυνη παραδοχή από αυτή. Γιατί πέρα από το γεγονός ότι αρνείται να επεκτείνει τις πολιτικές επεξεργασίες σε καινούργια πεδία διευρύνοντας την κινηματική και την πολιτική εμπειρία, στην ουσία αποτελεί μια ομοφοβική αντιμετώπιση.
Τα ΛΟΑΤΚΙ άτομα, αποτελούν ένα συλλογικό πολιτικό υποκείμενο. Στην πολιτική τους ένταξη δεν παίζουν ρόλο μόνο οι διεκδικήσεις δικαιωμάτων, αλλά όλες οι παράμετροι, (κοινωνικές, οικονομικές και άλλες) που διαμορφώνουν την πολιτική ταυτότητα κάποιου. Πολλές φορές η πολιτική ταυτότητα έρχεται σε αντίθεση με τη χειραφέτηση των ίδιων ως προσωπικοτήτων. Αλλά αυτό δεν είναι κάτι που συμβαίνει για πρώτη φορά.
Παραδοχή τρίτη: Η σύγχρονη ακροδεξιά δε θα δεχτεί ποτέ ανοικτά ΛΟΑΤΚΙ άτομα στις τάξεις της.
Η ακροδεξιά διαχρονικά οικειοποιείται στην πολιτική της πολλά από τα συνθήματα της αριστεράς. Όταν δει ότι ιδέες και κοινωνικά κινήματα βρίσκουν ευρεία λαϊκή αποδοχή και δεν κοστίζουν τίποτα, τότε τα εντάσσει στην πολιτική της ατζέντα διαστρεβλώνοντάς τα. Τα κοινωνικά απελευθερωτικά κινήματα υπεράσπισης μειονοτήτων συνδέονται με το ρατσισμό και τον εθνικισμό, μέσα από την ένταξη στην ακροδεξιά ατόμων που ανήκουν σε αυτές τις μειονότητες. Αυτό συνεπικουρείται από το γεγονός ότι πολλοί μετανάστες, όταν ανεβαίνουν κοινωνικά, αποκτούν δουλειά, χρήματα και ξεφεύγουν από το καθεστώς παρία στο οποίο διαβιούν τα πρώτα χρόνια της μετανάστευσής τους, τότε μετατρέπονται σε υπερσυντηρητικούς υπέρμαχους της εθνοτικής καθαρότητας και του κοινωνικού δαρβινισμού.
Πολλοί από αυτούς εντάσσονται σε ακροδεξιά κόμματα για να διαφυλάξουν τα δικά τους κεκτημένα, που απειλούνται από την ανάδυση καινούργιων κοινωνικών διεκδικήσεων, αλλά και νέων μεταναστευτικών ροών. Η θεωρία της αρίας φυλής και της υπεροχής του ισχυροτέρου μπαίνει προσωρινά στο ντουλάπι, ένεκα του μεγαλύτερου συμφέροντος, που είναι η ενίσχυση των ακροδεξιών σχηματισμών, μέχρι που, τη στιγμή που πλέον θα αισθανθούν ότι είναι τόσο ισχυροί που πλέον δε χρειάζεται να στηρίζονται σε μειονότητες, οι θεωρίες αυτές να αναδυθούν και θα επανεφαρμοστούν στα σώματα αυτών που είναι πιο αδύναμοι.
Τα τελευταία χρόνια τα ακροδεξιά και ξενοφοβικά κόμματα έχουν εντάξει ανοικτά ΛΟΑΤΚΙ άτομα στις τάξεις τους. Αυτό έχει συμβεί στη Γαλλία, όπου η Λεπέν ενέταξε στο κόμμα της ομοφυλόφιλους άνδρες και τους όρισε επικεφαλής της καμπάνιας της προκειμένου να κερδίσει την ψήφο της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας, αλλά και να ανατρέψει την εικόνα της ακραίας ξενοφοβικής και ρατσιστικής δύναμης, και να έχει έτσι περαιτέρω διείσδυση στα πολιτικά ακροατήρια. Το ίδιο έκαναν και άλλα κόμματα, όπως συμβαίνει με το AfD.
Όσο οι παραδοσιακοί σύμμαχοι του ΛΟΑΤΚΙ κινήματος, που είναι οι οργανώσεις και οι συλλογικότητες εκείνες που προτάσσουν την κοινωνική απελευθέρωση, θεωρούν ότι τα πάντα είναι δρομολογημένα, τόσο οι κίνδυνοι αποξένωσής τους από αυτό το κίνημα θα μεγαλώνουν.
Τα ΛΟΑΤΚΙ άτομα ζουν μέσα σε ένα ευρύτερο κοινωνικό σύνολο και συμπεριφέρονται πολιτικά όχι μόνο με γνώμονα το στενό τους δικαιωματικό πλαίσιο, αλλά και με κάθε ευρύτερη πολιτική έννοια. Ως εκ τούτου για να κερδίσει τη στήριξή τους κάποιος θα πρέπει να τα πλησιάσει σκύβοντας πάνω στις δικές τους ανάγκες και δίνοντάς τους το λόγο. Αν δεν το κάνει, η δημιουργία πολιτικών εξαμβλωμάτων, όπως με το AfD, είναι δεδομένη.

Σχόλια

X