Έγραψε ένα τραγούδι για έναν φίλο του, που ήξερε και έπαιζε ακορντεόν. Μέχρι που μια ριπή από γερμανικά κανόνια τον σταμάτησε…Κι έτσι γεννήθηκε ένας συμβολισμός, που φυσικά σε κανενός το μυαλό δεν υπήρχε, μέχρι πέρυσι, 17 Σεπτεμβρίου 2013, την επέτειο 31 χρόνων από το θάνατο του Μάνου Λοΐζου όταν ο αντιφασίστας μουσικός Παύλος Φύσσας από το Κερατσίνι, έπεσε νεκρός από τα χέρια χρυσαυγίτη. Οι φασίστες έσπειραν πάλι το φόβο. Γι’ αυτό το φόβο έγραφε ο Μάνος Λοΐζος, κάνοντας γενιές και γενιές να ακούνε τα τραγούδια του, να εξορίζουν το φόβο από τις ψυχές, να καταλαβαίνουν την αδικία και την εκμετάλλευση, και πολλές φορές να την πολεμάνε κιόλας.

Ο «γεννημένος μελωδός», που «ένα από τα ουσιώδη γνωρίσματα της επιδεξιότητάς του είναι ότι σ’ όλα σχεδόν τα τραγούδια του, είτε πρόκειται για πολιτικά ή ερωτικά ή οτιδήποτε άλλο είδος, κυριαρχεί η μελωδία«, κατά τον Λευτέρη Παπαδόπουλο, γεννήθηκε στις 22 Οκτωβρίου 1937, στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου. Είναι το μοναδικό παιδί του Ανδρέα Λοΐζου, παντοπώλη που έχει φτάσει εκεί το 1924 από τους Αγίους Βαβατσινιάς (χωριό της Λάρνακας της Κύπρου), και της Δέσποινας Μανάκη. Το 1955 αποφάσισε να σπουδάσει στη Φαρμακευτική Σχολή στην Αθήνα, αλλά στις αρχές του 1956 την εγκαταλείπει και μπαίνει στην Ανωτάτη Εμπορική. Για ένα σύντομο χρονικό διάστημα φοιτά στη Σχολή Βακαλό, θέλοντας να σπουδάσει ζωγραφική. Το 1960 εγκαταλείπει τις σπουδές του στο πανεπιστήμιο και εργάζεται περιστασιακά, προκειμένου να επιβιώσει, άλλοτε σαν σερβιτόρος, άλλοτε σαν γραφίστας σε διαφημιστικές εταιρείες, άλλοτε σαν μουσικός σε μπουάτ.

μανος λοίζοςΣυντροφιά με το φίλο του, επίσης φοιτητή τότε, Φώτη Κωνσταντινίδη, μετακομίζει στη Νέα Σμύρνη. Εκεί αρχίζει να ανακαλύπτει τόσο την μαρξιστική ιδεολογία, όσο και το νέο μουσικό κίνημα που έχει αρχίσει να διαμορφώνεται με τις πρώτες «παρεμβάσεις» του Μάνου Χατζιδάκι και την ευρύτερη αναγνώριση του ρεμπέτικου.

Με τη μουσική ασχολείται από 7 χρονών, όταν μελετά βιολί, αρχικά ερασιτεχνικά κι έπειτα στο Εθνικό Ωδείο της Αλεξάνδρειας. Στα τέλη του 1961 αρχές του 1962, συμμετέχει σε μία πρωτοβουλία συγκρότησης του Συλλόγου Φίλων της Ελληνικής Μουσικής. Στις 30 Δεκεμβρίου 1961 μια ομάδα 83 νέων -Φίλοι της Μουσικής του Μίκη Θεοδωράκη- θα στείλουν στον Τύπο επιστολή διαμαρτυρίας «δια την άδικον και αντιπνευματικήν στάσιν των Ραδιοφωνικών μας Σταθμών, έναντι των τραγουδιών του, δια του αποκλεισμού από τας εκπομπάς των«. Το όνομα Μανώλης Λοΐζου είναι το δεύτερο στη σειρά.

Την άνοιξη του 1962 γίνεται ιδρυτικό μέλος και αντιπρόεδρος στο Σύλλογο Φίλων Ελληνικής Μουσικής (Σ.Φ.Ε.Μ.) που δημιουργείται τον Απρίλιο με στόχο τη στήριξη του έργου του Μίκη Θεοδωράκη αλλά και την προβολή νέων δημιουργών. Στις τάξεις του συλλόγου θα βρεθούν πολύ γρήγορα ο Χρήστος Λεοντής, ο Γιάννης Μαρκόπουλος, ο Διονύσης Σαββόπουλος, η Μαρία Φαραντούρη, ο Νότης Μαυρουδής, ο Φώντας Λάδης, ο Μάνος Ελευθερίου και πολλοί άλλοι. Αναλαμβάνει τη διεύθυνση της χορωδίας του Σ.Φ.Ε.Μ. και με αυτή συμμετέχει το καλοκαίρι στις παραστάσεις της μουσικής επιθεώρησης του Μίκη Θεοδωράκη «Όμορφη Πόλη» που ανεβαίνει με μεγάλη επιτυχία στο θέατρο Πάρκ.

Ήταν μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας. Τα τραγούδια του πάντα είχαν αναφορές σε κοινωνικά ζητήματα, στο φασισμό, στην καταπίεση των αδυνάτων και τα κινήματα. Ο νέγρος ο ζωγράφος, που ζωγράφισε τον Χριστό μαύρο, και αναρωτιέται τί ξέρουν μπροστά του οι λευκοί για τα πάθη του.

Τα μυρμήγκια, που στη σειρά δουλεύουν και πολεμούν για τον «έναν», που αυτοανακηρύχθηκε σοφότερος. Μέχρι που στο τέλος πείνασαν από τη δουλειά και τον έφαγαν.

Φυσικά, για το μουσικό τον φίλο του, που έπαιζε το ακορντεόν. Μέχρι που έπεσε νεκρός από τους Γερμανούς και η μουσική έπαψε…

Όταν επιβλήθηκε η Χούντα των Συνταγματαρχών, έφυγε για την Αγγλία τον Σεπτέμβριο του 1967, για να επιστρέψει πάλι στην Ελλάδα στις αρχές της επόμενης χρονιάς. Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας μπήκε πολλές φορές στο στόχαστρο των αρχών για τις αριστερές πολιτικές του πεποιθήσεις. Μετά την εξέγερση του Πολυτεχνείου τον Νοέμβριο του 1973 συνελήφθη και πέρασε 10 μέρες στα κρατητήρια στης Ασφάλειας.

Τον Απρίλιο κυκλοφορεί ο δίσκος «Καλημέρα Ήλιε» με στίχους του Δημήτρη Χριστοδούλου. Μέσα στο ξέφρενο κλίμα της μεταπολίτευσης συμμετέχει σε μεγάλες λαϊκές συναυλίες της εποχής,με αποκορύφωμα τη συναυλία στο Γήπεδο του Παναθηναϊκού που θα καταγράψει ο Νίκος Κούνδουρος στην ταινία του «Τραγούδια της Φωτιάς». Στο τέλος του χρόνου, κυκλοφορεί στο δίσκο «Τα Τραγούδια του Δρόμου», με όλα εκείνα τα τραγούδια του που είτε είχαν απαγορευτεί τα προηγούμενα χρόνια, είτε δεν τους είχε επιτραπεί η ηχογράφηση από τη λογοκρισία της Χούντας.

Τον Οκτώβριο του 1976 κυκλοφορούν «Τα Τραγούδια μας», ένας κύκλος λαϊκών τραγουδιών με στίχους του Φώντα Λάδη που καταγράφουν με άμεσο λόγο το πολιτικό κλίμα της μεταπολίτευσης. Βρίσκουν θέση σε κάθε κοινωνικοπολιτική διεκδίκηση της εποχής αλλά, την ίδια στιγμή, γνωρίζουν και αρκετούς αποκλεισμούς και απαγορεύσεις από το επίσημο κράτος.

Στις 8 Ιουνίου θα χτυπηθεί από εγκεφαλικό επεισόδιο. Θα μείνει ένα μήνα στο νοσοκομείο και στις 16 Αυγούστου θα ταξιδέψει εκ νέου στη Μόσχα, προκειμένου να συνεχίσει τη νοσηλεία του. Στις 7 Σεπτεμβρίου θα υποστεί και δεύτερο εγκεφαλικό, το οποίο θα αποβεί μοιραίο. Δέκα μέρες αργότερα (17 Σεπτεμβρίου) θα φύγει για πάντα…

Όχι όμως τα μηνύματα του. Όχι οι στίχοι του. Όχι σήμερα, που όπου κι αν γυρίσεις το κεφάλι σου, ξανά, σαν εφιάλτης, το μάτι σου θα πάρει μια σβάστιγκα. Έναν ανθρωπάκο που προσπαθεί να σηκώσει κεφάλι. Έναν μαύρο που έχει τα μάτια του 14 μην τον πάρει κανείς χαμπάρι. Γιατί τίποτα δεν πάει χαμένο. Γιατί η ζωή είναι λεχώνα ακόμα και γεννάει ακόμα ελπίδες. Και πολλοί επιμένουν ακόμα να ανασταίνουν το όνειρο του…

Σχόλια

X