Μία φορά κι έναν καιρό ήταν ένας καθηγητής Γυμνασίου. Ας τον πούμε «Μήτσο». Ο Μήτσος δούλευε ως σχολικός σύμβουλος στη Θεσσαλονίκη μέχρι το 2003. Την άνοιξη εκείνης της χρονιάς δεν επανεκλέχθηκε σύμβουλος, και θύμωσε πολύ. Για αυτό το λόγο, ίσως,  αποφάσισε να απέχει από τα εκπαιδευτικά του καθήκοντα από τη μέρα της μη επανεκλογής του, το Μάρτιο του ’03, μέχρι τον Ιούνιο του ’05. Για να το πούμε πιο απλά, ο Μήτσος, αν και έπρεπε -σαν κάθε διορισμένος εκπαιδευτικός- να πάει να διδάξει όπου τον τοποθετούσε το υπουργείο Παιδείας, δεν πάτησε στη δουλειά για δύο χρόνια, δύο μήνες και έξι μέρες.

Για να μην αδικούμε το Μήτσο, πρέπει να αναφέρουμε ότι μετά τη μη ανανέωση της θητείας του ως σχολικού συμβούλου, προσπάθησε να τοποθετηθεί σε σχολείο του Αλίμου. Αυτό δεν έγινε δεκτό, γιατί οι εκπαιδευτικοί δεν διδάσκουν όπου τους καπνίσει, αλλά όπου ορίσει το υπουργείο.

Μετά, για ένα χρόνο και βάλε, δεν ξέρουμε τι έκανε ο Μήτσος. Εξάλλου δεν τον έψαξε κανείς. Μία ωραία πρωία του Σεπτέμβρη του 2004, όμως, παρουσιάστηκε μόνος του σε ένα σχολείο του Πειραιά και ζήτησε να διδάξει εκεί. Το υπουργείο για άλλη μία φορά απέρριψε το αίτημά του.

Ο Μήτσος κατάλαβε ότι πρέπει να δείξει μεγαλοψυχία και να δώσει περισσότερες επιλογές στο υπουργείο. Έτσι, ένα μήνα αργότερα υπέβαλε αίτηση, αυτή τη φορά για τρία σχολεία: στον Άλιμο (όπου δεν είχε γίνε δεκτός), στον Πειραιά (όπου, επίσης, η αίτησή του είχε ήδη απορριφθεί) και σε άλλο ένα στο Ίλιον. Παραμένει άγνωστο το πόσο έκπληκτος έμεινε όταν το υπουργείο Παιδείας απέρριψε και αυτό το αίτημα – σαν δεν ντρέπονταν εκεί στο υπουργείο, να τους δίνει τρεις επιλογές και να μην τους κάνει καμία.

Τελικά, τον Ιούνιο του 2005, ο Μήτσος έκανε την καρδιά του πέτρα και ανέλαβε υπηρεσία σε Γυμνάσιο της Αθήνας.

Κάποιος έντιμος άνθρωπος -ή απλώς κάποιος που δε συμπαθούσε το Μήτσο- ανακάλυψε ότι όλο αυτό το διάστημα (από το Μάρτιο του 2003 έως τον Ιούνιο του 2005) ο ήρωας μας πληρωνόταν κανονικότατα, κάθε μήνα, το μισθό του παρότι δεν είχε δουλέψει  καθόλου. Κι έτσι ο Μήτσος ήταν μία από τις ελάχιστες περιπτώσεις «κοπανατζήδων» εκείνης της εποχής που παραπέμφθηκαν σε πειθαρχικό συμβούλιο.

Η ταχύτατη δικαιοσύνη έσπευσε να εξετάσει την υπόθεση άμεσα – το 2007. Τί είναι δύο χρόνια μπροστά στην αιωνιότητα του ελληνικού Δημοσίου; Το πρωτοβάθμιο πειθαρχικό συμβούλιο έκρινε ότι ο Μήτσος υπέπεσε πράγματι στα παραπτώματα της «της αδικαιολόγητης αποχής από τα καθήκοντά του πάνω από 30 εργάσιμες ημέρες μέσα σε ένα έτος» και «της άρνησης εκτέλεσης υπηρεσίας» και του επέβαλε την ποινή της οριστικής παύσης. Με απλά λόγια, τον απέλυσε. Λογικό.

Ο Μήτσος, όμως, άσκησε ένσταση. Χρειάστηκε άλλος ένας χρόνος, για να φτάσουμε στο Νοέμβριο του 2008, οπότε και εκδικάστηκε σε δεύτερο βαθμό η υπόθεση. Το δευτεροβάθμιο πειθαρχικό συμβούλιο, καθώς φαίνεται, ανακάλυψε κάποιο σοβαρό ελαφρυντικό, γιατί μετέτρεψε την ποινή της οριστικής απόλυσης σε προσωρινή παύση έξι μηνών.

Αυτό ήταν μία δικαίωση για το Μήτσο, αλλά δεν ήταν αρκετό. Γιατί να μείνεις απλήρωτος έξι μήνες, όταν είσαι ένας τίμιος εκπαιδευτικός που απλώς δεν προτίθεσαι να διδάξεις όπου σε διορίσουν; Έτσι – με πάσα νομιμότητα – ο γενναίος καθηγητής προσέφυγε στο Συμβούλιο της Επικρατείας, ζητώντας να ακυρωθεί ακόμη και αυτή η ποινή των έξι μηνών.

Η υπόθεση έφτασε στα χέρια του Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης. Εδώ που τα λέμε, κι εγώ θα του την έστελνα, αν ήμουν υπάλληλός του. Ο Λέανδρος Ρακιντζής προσέφυγε κι αυτός στο ΣτΕ, ζητώντας να ακυρωθεί η απόφαση του δευτεροβάθμιου συμβουλίου – όχι όμως για να μείνει ατιμώρητος ο Μήτσος, αλλά για να απολυθεί οριστικά.

Αυτή η «σύντομη» διαδικασία κράτησε μόλις πέντε χρόνια – η απόφαση εκδικάστηκε την περασμένη εβδομάδα. Πρέπει να επιμείνουμε στο «μόλις»: αν οι σύμβουλοι του Γ΄ Τμήματος του ΣτΕ δεν είχαν την προνοητικότητα να συνδυάσουν τις δύο αιτήσεις – του Μήτσου και του Λ. Ρακιντζή – πρώτα θα γινόταν βιώσιμο το ελληνικό χρέος και μετά θα είχαμε τελεσίδικη απόφαση. Ευτυχώς, δέκα μόνο χρόνια από τότε που ξεκίνησε αυτή η ιστορία, ο Μήτσος θα σταματήσει να πληρώνεται από το Δημόσιο και θα ψάξει δουλειά αλλού, γιατί το ΣτΕ αποφάσισε να τον παύσει οριστικά.

mitsos2(1)

Πάντα πρέπει να κρατάει κανείς μια πισινή – δεν μπορείς να αποκλείσεις την πιθανότητα ο Μήτσος να έχει πέσει θύμα κάποιας απίστευτης πλεκτάνης. Αλλά, διάολε, τρεις βαθμίδες της δικαιοσύνης τον βρήκαν ένοχο – για να μη συνυπολογίσουμε την ένορκη διοικητική εξέταση (ΕΔΕ) που προηγήθηκε.

Δεν είναι όλοι οι σήμερα φερόμενοι ως «κοπανατζήδες» ή «επίορκοι» σαν το Μήτσο – αν είναι, δεν θέλω να ζω πια σε αυτή τη χώρα. Ίσως περισσότερο απ’ ό,τι στον ιδιωτικό τομέα, οι εργαζόμενοι στο Δημόσιο κινδυνεύουν αν δεν έχουν τις κατάλληλες «συμπάθειες»: λάθος κόμμα, λάθος «βύσμα»… ή απλώς κάποιος που «χαλάει την πιάτσα» δουλεύοντας πολύ ή εισάγοντας καινοτόμες μεθόδους, μπορεί να βρεθεί κατηγορούμενος. Ένας εχθρικός συνάδελφος και ένας σύμμαχός του προϊστάμενος αρκούν να κάνουν τη ζημιά και να μπλέξουν σε τεράστιες δικαστικές περιπέτειες οποιονδήποτε έντιμο υπάλληλο.

Αλλά, διάολε (πάλι), πρέπει να παραδεχτούμε ένα-δυο πράγματα όλοι, μα όλοι. Μήτσοι υπάρχουν – ας μην κολλήσουμε στο νούμερο, αλλά είναι αρκετοί. Έχουν κάνει τεράστια ζημιά στο Δημόσιο. Το θεσμικό πλαίσιο δίνει τη δυνατότητα εξαντλητικής επανεξέτασης ακόμη και στις πλέον εξόφθαλμες περιπτώσεις, διασφαλίζοντας ότι η δουλειά του όποιου τίμιου Μήτσου δεν θα κρέμεται από μία και μόνη απόφαση.

Στην προσπάθεια να βρεθούν όσοι, σαν το Μήτσο, μας δουλεύουν ψιλό γαζί τόσα χρόνια, η αντιπολίτευση δεν μπορεί να είναι απέναντι. Μπορεί κάλλιστα να κατηγορεί την κυβέρνηση ότι χρησιμοποιεί τους «ανίκανους, επίορκους και κοπανατζήδες» ως Κερκόπορτα για τις απολύσεις δημοσίων υπαλλήλων. Οφείλει σίγουρα να καταγγείλει οποιαδήποτε προσπάθεια δήθεν «εξυγίανσης» η οποία οδηγεί σε απολύσεις – εξπρές χωρίς κριτήρια. Δικαιούται, με λίγα λόγια, να έχει άλλη άποψη για τον εξορθολογισμό του Δημοσίου. Αλλά τον Μήτσο είναι ξεφτίλα να τον υπερασπίζεσαι.

ΥΓ. Φυσικά και δεν έπλασα την ιστορία του «Μήτσου» από το μυαλό μου. Πρόκειται για αληθινή ιστορία, που έγινε είδηση – γιατί στην Ελλάδα είναι είδηση το αυτονόητο: να απολύεται κάποιος που δεν πατάει στη δουλειά του δύο χρόνια.

Σχόλια

X