Παρασκευή, 13 Ιουλίου, ώρα 08:42. Τμήμα Μητρώου Κ’ Εφορίας Αθηνών.
Πρέπει να κάνω μία μεταβολή στοιχείων για να κόψω ένα τιμολόγιο: μοιραία πρέπει
να έρθω εδώ, στη ΔΟΥ. Ένα χαρτί είναι κολλημένο πρόχειρα με σελοτέιπ πάνω στο
μηχάνημα που δίνει αριθμούς προτεραιότητας: «Νούμερα ΤΕΛΟΣ». Κρίμα το
ξύπνημα. Φεύγω απογοητευμένος.

 


Τρίτη, 24 Ιουλίου, ώρα 08:16
. Φτάνω μόλις ένα τέταρτο μετά το άνοιγμα της
Εφορίας, ελπίζοντας σε καλύτερη τύχη. Πράγματι, το μηχάνημα μου κάνει τη χάρη.
Το χαρτάκι λέει «55», και με μικροσκοπικά γράμματα από κάτω: «Μέσος χρόνος
αναμονής: 1 ω 06 λ». Δεν είναι κι άσχημα. Θα πιω ένα καφέ στο καφενείο δίπλα -το
οποίο παρεμπιπτόντως είναι πολύ καλή μπίζνα, τόσες ώρες στη ΔΟΥ, έναν καφέ θα
τον πιεις- και σε καμιά ωρίτσα θα έχω ξεμπερδέψει.

 


Ώρα 08:45.
Ανεβαίνω πάλι στον τρίτο όροφο από τις σκάλες – το ασανσέρ
δεν είναι πολύ ελκυστικό με τόσους ιδρωμένους συμπολίτες, όταν έχει 36 βαθμούς.
Συνωστισμός. Η φωτεινή επιγραφή με ενημερώνει ότι στο ταμείο 2 (δύο είναι όλα κι
όλα) εξυπηρετείται το νούμερο 17. Δεν προχωράμε και πολύ γρήγορα, παρόλα αυτά
αποφασίζω να καθίσω και να περιμένω- η ψυχραιμία φέρνει πάντα τύχη, και παρά
τον χαμό, υπάρχει μία καρέκλα.

 

Ώρα 08:52. Οι αγαπημένοι μου ρόλοι του σήριαλ «Ζωή στην Ελλάδα»
παίζονται όλοι σήμερα, εδώ στο Τμήμα Μητρώου. Υπάρχει ο «έμπειρος»,
ο «αγανακτισμένος», ο «καταφερτζής», η «ταλαίπωρη», ο «ανίδεος» και άλλοι πολλοί.
Ο «έμπειρος» είναι ένας καλοστεκούμενος 65άρης, με μπλε Polo μπλουζάκι, άσπρα
μαλλιά και φαλάκρα που προχωράει ταχέως. Είναι σαφές ότι νιώθει σαν το σπίτι του
στις δημόσιες υπηρεσίες. Μιλάει συνέχεια. Λέει στην κυρία αριστερά του (μία γιαγιά
κομπάρσα με βεντάλια) πώς το τζατζίκι τον βοηθάει να ελέγχει την πίεσή του.
Είσοδος του «ανίδεου». Μετανάστης, πιθανόν Αλβανός, κρατάει στα χέρια του ένα
έντυπο Ε9, Μ1 ή κάτι τέτοιο. Διακρίνοντας την φυσική άνεση του «έμπειρου», τον
ρωτάει εάν το χαρτί που έχει αρκεί για να πάρει κλειδάριθμο. Ο «έμπειρος» εξηγεί:
για να πάρεις τον κλειδάριθμο, πρέπει να μπεις στο Ιντερνέτ (sic) να βάλεις τα
στοιχεία σου και να πάρεις όνομα χρήστη και κωδικό- με αυτά έρχεσαι στο Μητρώο.
Ο «ανίδεος», για κάποιον ανεξήγητο λόγο, κάθεται παρόλα αυτά και περιμένει μάταια
τη σειρά του.

 


Ώρα 09:07.
Εξυπηρετείται το νούμερο 21. Ο κλιματισμός είναι αδύναμος και
ο κόσμος πολύς. Παραείναι πολύς, για μέσα στο κατακαλόκαιρο. Όλοι αυτοί είναι
εδώ γιατί από φέτος δεν γίνεται πια να υποβληθεί έντυπη φορολογική δήλωση – όλα
γίνονται ηλεκτρονικά. Για την ηλεκτρονική δήλωση απαιτείται ένας μαγικός αριθμός:
ο κλειδάριθμος- passcode που λεν στο χωριό μου στη Νεμπράσκα. Το υπουργείο
Οικονομικών εφηύρε τη λύση του κλειδαρίθμου στα τέλη του 2010 για την καλύτερη
ταυτοποίηση των φορολογουμένων. Εδώ και ενάμιση χρόνο λοιπόν, μπορούσε ο
καθένας να μπει στο site του Taxis, να βγάλει τον σχετικό κωδικό, και να περάσει
από τη ΔΟΥ του για να πάρει τον κλειδάριθμο. Την άνοιξη του ’11, που το έκανα
εγώ, είχα εξυπηρετηθεί σε 10 λεπτά. Αλλά γιατί να κάνεις σήμερα κάτι που μπορείς
να κάνεις όταν έχει λήξει, όχι η προθεσμία για την παραλαβή κλειδαρίθμου, αλλά η
αναθεματισμένη ΔΕΥΤΕΡΗ ΠΑΡΑΤΑΣΗ της προθεσμίας για τις φορολογικές
δηλώσεις; Συγχύστηκα, ακόμα στο 22 είμαστε, πάω πάλι κάτω για τσιγάρο.

 

Ώρα 09:21. Η «ταλαίπωρη» έχει φτάσει με άγριες διαθέσεις και κάθεται δίπλα
μου. Εβδομηντάρα, από αυτές τις γιαγιάδες που η μούρη τους έχει στραβώσει μόνιμα
πια, φοράει ροζ πλεκτό παρότι κάνει τόσο ζέστη που άνετα τηγανίζεις αυγό πάνω
στον πλαστικό φάκελο με το Μ2 και το εκκαθαριστικό σου. «Αχ Θεούλη μου»,
αρχίζει. Από το μυαλό μου περνούν διάφορα ακατάλληλα, μάλλον προσβλητικά για
τον Θεούλη της. «Χριστέ μου, γιατί αργεί τόσο το 1; Τόση ώρα πια εξυπηρετεί το
24;». Η αλήθεια είναι ότι το 1 έχει κολλήσει στην εξυπηρέτηση του 24, γιατί στο
μεταξύ έχει έρθει ο «καταφερτζής». Γύρω στα 50, μπαίνει σε ρυθμό σπριντ, χωρίς
αριθμό προτεραιότητας και άλλα τέτοια που προορίζονται για εμάς τους κοινούς
θνητούς, και πάει κατευθείαν στο ταμείο. Απλώνοντας τα χαρτιά του στο γκισέ,
σπρώχνει διακριτικά την κοπελίτσα με το 24 και λέει δυνατά και ευδιάκριτα: «Με
συγχωρείτε, αναπηρία άνω του 67%, καρδιά και πνευμόνια, καταλαβαίνετε…» Τι να
του πει τώρα η εφοριακός; Ότι αν έχει όντως αναπηρία, με τέτοιες επιδόσεις είναι για
Παραολυμπιακούς;

 

Ώρα 09:35. Το μηχάνημα έκανε κακό υπολογισμό, έχουμε ξεπεράσει το μέσο
χρόνο αναμονής και είμαστε στο 32. Στο μεταξύ δημιουργείται μία μικρή
αναστάτωση λόγω του «αγχωμένου-συνταξιούχου-μπαμπά». Πρόκειται για ρόλο που
σου παίρνει λίγη ώρα να τον καταλάβεις. Ο εξηντάρης με τη βερμούδα, το φανελάκι
από τη λαϊκή και την άσπρη κάλτσα μέσα από το σανδάλι ρωτάει για τρίτη φορά αν
θέλει κάποιος το χαρτάκι του. Ήδη έχει ανταλλάξει δύο φορές το νούμερό του με
κάποιο μεγαλύτερο, γεγονός που εκ πρώτης όψεως φαντάζει παρανοϊκό- ποιος θέλει
να περιμένει εθελοντικά παραπάνω στην εφορία; Η απορία μου λύνεται με την άφιξη
του «αργοπορημένου-γιου-που-βάζει-τον-συνταξιούχο-μπαμπά-του-να-του-κρατάει-
νούμερο-στην-εφορία». Ωραίο κόλπο.

 


Ώρα 09:42.
Είναι η ώρα του «αγανακτισμένου». Έχει φτάσει με την κοπέλα
του (;) και κάθεται βαρυγκωμώντας. Είναι νέος, το πολύ 35, αλλά έχει πρόβλημα με
τη μέση του – και φρόντισε να το μάθουμε όλοι. Έχουν το 33, έρχεται η σειρά τους, η
κοπέλα πάει στο ταμείο. Κάποιο χαρτί λείπει, η κοπέλα τού το μεταφέρει, γίνεται πυρ
και μανία. Αρχίζει να φωνάζει: «Τι μ*λακίες είναι αυτές, αφού τα έχω τα χαρτιά,
γ*μώ το ξεσταύρι μου», και λοιπά. Φαίνεται ότι θέλει να τον ακούσει καθαρά η
υπάλληλος – εδώ τον ακούει η νεκρή γιαγιά μου στο Γ’ Νεκροταφείο. Η «ταλαίπωρη»
αγανακτεί με τον «αγανακτισμένο», οι κομπάρσοι σιγοντάρουν: «Πάλι κόλλησε το 1!
Έλεος!», «Φτάνει πια με το 33, αν δεν έχει τα χαρτιά να προχωρήσουμε!», «Δεν είναι
κατάσταση αυτή!» και ούτω καθεξής. Όταν καταλαγιάζει το κύμα οργής, μένουν οι
γνωστοί μονόλογοι: «Αχ Παναγίτσα μου» («ταλαίπωρη»), «Δεν υπάρχει κράτος, κυρία
μου» («έμπειρος»).

 

Ώρα 10:13. Μία συμπαντική δύναμη έχει βοηθήσει ώστε το 52, το 53 και το
54 να έχουν εξαφανιστεί. Μπιπ, 55, η σειρά μου. Ο εφοριακός είναι ευγενικός.
Απότομος, αλλά ευγενικός. Με εξυπηρετεί σε 5 λεπτά -θα ήταν 2, αν δεν είχε
μεσολαβήσει ένας δεύτερος «καταφερτζής». «Ευχαριστώ και καλό κουράγιο», του
λέω, και φεύγω αφήνοντας πίσω μου την «ταλαίπωρη» με τις επικλήσεις της στον
Χριστό και την Παναγία και τον «αγανακτισμένο» με τις Χριστοπαναγίες του.

ΥΓ. Με συγχωρείτε που για αυτή την εβδομάδα διάλεξα αυτή την ταπεινή προσωπική
ιστορία. Είναι που σκέφτομαι ότι όλο και κάτι μπορεί να αλλάξει αν εφαρμοστεί
η πλήρης μηχανογράφηση του δημοσίου -μέρος της οποίας είναι η ηλεκτρονική
υποβολή φορολογικών δηλώσεων. Να, ας πούμε οι εφοριακοί, ίσως, αντί να περνάνε
με το χέρι εκατομμύρια έντυπες δηλώσεις, να έχουν χρόνο να κάνουν και καμιά
δουλειά της προκοπής – καμιά διασταύρωση στοιχείων για φοροδιαφυγή, για
παράδειγμα. Λέμε τώρα.

Σχόλια

X