Τις τελευταίες μέρες είχαμε την παρουσίαση της συνέντευξης του Αλέξη Τσίπρα για το γκέι περιοδικό Antivirus. Ο πρωθυπουργός για πρώτη φορά από τη θεσμική του θέση μιλά σε ένα περιοδικό που απευθύνεται στη ΛΟΑΤ κοινότητα και αυτό αντιμετωπίστηκε με κύματα επιδοκιμασίας από την ίδια την κοινότητα. Και σίγουρα αποτελεί ένα σημαντικό γεγονός η συνέντευξη αυτή για πολλούς λόγους.

Ο Τσίπρας από τη μεριά του ζητά να χτίσει ένα θετικό προφίλ για τη ΛΟΑΤ κοινότητα, μια και τα δικαιώματα, σαν πολιτικό κεφάλαιο είναι ίσως ο μόνος συνδετικός κρίκος με την πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ πριν από την υπογραφή του μνημονίου το καλοκαίρι του 2015 και άρα είναι και ο μόνος συνδετικός κρίκος με τη ριζοσπαστική αριστερά. Ο ΣΥΡΙΖΑ του 2017 δηλαδή, παρά το γεγονός της σφαγής που διενεργεί για το σύνολο της κοινωνίας στο οικονομικό πεδίο και που προσπαθεί να τη διαχειριστεί επικοινωνιακά, προωθεί τα δικαιώματα σαν μια μεγάλη δεξαμενή ψήφων, πατώντας και στην πραγματικά σημαντική δουλειά που γινόταν στα αρμόδια τμήματα του κόμματος πριν από την μετάλλαξη που παρατηρείται σε πολλαπλά επίπεδα από το καλοκαίρι του 2015, δηλαδή την επίμαχη περίοδο.

Είναι σαφές ότι και πάλι η διαχείριση είναι επικοινωνιακή και τα παραδείγματα είναι πολλά: Ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ διατείνεται ότι σήμερα είναι ταγμένος στην υπεράσπιση των δικαιωμάτων των ΛΟΑΤ ατόμων και γενικότερα, εν τούτοις δεν δίστασε να υπουργοποιήσει το Δημήτρη Καμμένο, το Σεπτέμβρη του 2015, τον οποίο απέσυρε όταν είδαν το φως της δημοσιότητας οι χυδαίες του ομοφοβικές και υβριστικές δηλώσεις εναντίον του Διονύση Καντιώτου στο twitter, καθώς και οι αντισημιτικές του δηλώσεις από το ίδιο μέσο. Το ίδιο συνέβη και με το Νίκο Νικολόπουλο, που παρά το γεγονός ότι είχε αποκαλέσει τον πρωθυπουργό του Λουξεμβούργου «πουσταριό» πάλι στο twitter, συνεχίζει ακόμα και σήμερα να έχει επαφές με την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η κατάθεση ερώτησης στη Βουλή για δικαστικό που διατηρούσε εξωσυζυγική σχέση, με την αποκάλυψη και του ονόματος. Εν συνεχεία ανέλαβε την κατάσταση η Αυγή με ένα πρωτοσέλιδο δημοσίευμα μαζί με το όνομα του δικαστικού, λίγες μέρες μετά, το Σεπτέμβριο του 2016. Ο λόγος της διαπόμπευσης του δικαστικού ήταν ότι εκείνος δε συναινούσε να βγάλει σύμφωνο με το Σύνταγμα το νόμο Παππά για τις τηλεοπτικές άδειες.

Τα παραπάνω δύο παραδείγματα μπορούμε να συμπληρώσουμε και με άλλα, π.χ. από το προσφυγικό, με το έγκλημα που συντελείται με τη συμφωνία Ευρωπαϊκής Ένωσης-Τουρκίας, που έχει μετατρέψει την Ελλάδα σε αποθήκη ψυχών, ή με την επέκταση του τρομονόμου που εξαγγέλθηκε πριν από λίγες ημέρες από την ίδια τη γραμματέα Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων Μαρία Γιαννακάκη, για να παρθεί πίσω, τουλάχιστον προσωρινά, μόλις ξέσπασε ένα μεγάλο κύμα αντιδράσεων.

Ο Τσίπρας όμως προσπαθεί να αντιστρέψει το παιχνίδι, τουλάχιστον επικοινωνιακά. Και αφού, με το προσφυγικό και με το ζήτημα του τρομονόμου τα βρίσκει δύσκολα, όπως και με τα κοινωνικά δικαιώματα, στρέφεται τώρα στην οικοδόμηση μιας σχέσης στοργής με τη ΛΟΑΤ κοινότητα δίνοντας αυτή τη συνέντευξη. Τα ΛΟΑΤ δικαιώματα αποτελούν εξάλλου επιλογή πανευρωπαϊκά, σαν αντίβαρο σε κάθε είδους αυταρχική και αντιδημοκρατική ρύθμιση που παίρνεται στο οικονομικό πεδίο και στέλνει τους ανθρώπους δεκαετίες πίσω, κάνοντας μια προς τα πάνω αναδιανομή εισοδήματος. Με αυτόν τον τρόπο λοιπόν ο Τσίπρας βρίσκεται σύμφωνος και με ένα ευρωπαϊκό κεκτημένο, ξεπλένοντας τον εαυτό του, αλλά και προσπαθώντας να κεφαλαιοποιήσει τα όποια μέχρι τώρα πράγματα που έχουν γίνει στο νομοθετικό πεδίο, κυρίως το νόμο για το σύμφωνο συμβίωσης.

Από την άλλη μεριά, για το ίδιο το περιοδικό είναι μια σημαντική συνέντευξη γιατί είναι η πρώτη φορά που ένας πρωθυπουργός επιλέγει ένα μέσο της ΛΟΑΤ κοινότητας για να απευθυνθεί στα μέλη της αναγνωρίζοντάς τα σαν πολιτικές οντότητες, αλλά και αναγνωρίζοντας ότι δρουν και σκέφτονται πολιτικά με γνώμονα τα συμφέροντα της κοινότητάς τους. Αποτελεί δε μια μεγάλη διαφήμιση για το περιοδικό το γεγονός ότι το τεύχος του Ιουνίου βγαίνει με το πρόσωπο του πρωθυπουργού στο εξώφυλλο.

Πηγαίνοντας όμως λίγο παρακάτω από αυτό το προφανές, δε μπορεί κανείς να μην αναλογιστεί με ποιον τρόπο πρέπει σήμερα να σκεφτόμαστε όταν μιλάμε για τα δικαιώματα της κοινότητας. Σε μια ζοφερή πραγματικότητα, όπου η πλειοψηφία των πολιτών αντιμετωπίζει προβλήματα με την επιβίωση της καθημερινότητας, ενώ η ανεργία καλπάζει με πάνω από 50% στους νέους και η διαφθορά καγχάζει, οι νέοι είναι αυτοί που πλήττονται περισσότερο από κάθε άλλον καθώς δεν έχουν καμία διέξοδο και βρίσκονται αυτονόητα αποκλεισμένοι από αξιοπρεπή και δημιουργική εργασία που να τους επιτρέπει να χτίσουν τη ζωή τους στη χώρα τους, για αυτό και μεταναστεύουν.

Η ΛΟΑΤ κοινότητα, σαν μέλος της κοινωνίας, σαφώς και υφίσταται αυτές τις επιπτώσεις από την πολιτική της κυβέρνησης και μάλιστα διπλά. Γιατί είναι σαφές ότι μια μειονότητα που υφίσταται μια διάκριση που οφείλεται στην ταυτότητά της, είναι διπλά βαλλόμενη. Η διεκδίκηση δικαιωμάτων προϋποθέτει ένα στοχευμένο κίνημα, αλλά ταυτόχρονα και τη συνεργασία και τη διάδραση αυτού του κινήματος με άλλα κινήματα στο κοινωνικό πεδίο. Είναι αδύνατο η ΛΟΑΤ κοινότητα, σα μια μειονότητα που χρειάζεται συμμαχίες να κερδίσει κάτι αν στοχεύει στενά και μόνο στα δικά της ζητήματα και δεν τα πολιτικοποιήσει στο κοινωνικό πεδίο.

Η έκφανση αυτή της πολιτικής έκφρασης των διεκδικήσεων της ΛΟΑΤ κοινότητας είναι σαφές ότι δε λαμβάνεται υπόψη από το περιοδικό. Σε όλες τις ερωτήσεις που έχουν γίνει στον πρωθυπουργό, και που σε μεγάλα κομμάτια τους, αν όχι παντού, δίνουν την εντύπωση ότι έχουν γίνει εκ των προτέρων και έχουν απαντηθεί γραπτά, δεν υπάρχει καμία ερώτηση που να αναφέρεται στην κοινωνική και οικονομική κατάσταση. Έτσι αποφεύγεται ένα ακανθώδες ζήτημα για την πολιτική των συριζανέλ.

Επιπλέον, οι ερωτήσεις δεν περιέχουν καμία μομφή για τις σχέσεις με τους ομοφοβικούς βουλευτές που δεν κατονομάζονται. Εδώ προφανώς και παίζει πολύ σημαντικό ρόλο η φύση της συνέντευξης, μια και σε μια γραπτή συνέντευξη κάποιος μπορεί να απαντήσει μετά από ώριμη σκέψη, ή ακόμα και να μην απαντήσει και ο ίδιος. Είναι δε χαρακτηριστική η απάντηση στο ζήτημα για τον χωρισμό Εκκλησίας και Κράτους, όπου ο πρωθυπουργός επιλέγει να υπερασπιστεί την επίσημη Εκκλησία, με την οποία εξάλλου βρίσκεται διαρκώς σε συνεννόηση και της κάνει τα χατίρια (μέχρι και τον πρώην υπουργό Παιδείας καρατόμησε με απαίτηση του Ιερώνυμου μετά από τη σύγκρουση μαζί του), ενώ ακόμα και ο όρος χωρισμός Εκκλησίας και Κράτους δεν γίνεται αποδεκτός γιατί, όπως λέει, «πληγώνει».

Κατά τα άλλα, η συνέντευξη κυλάει σε ένα κλίμα ιλαρό, που δίνει την εντύπωση ότι ζούμε σε άλλη χώρα, με τον πρωθυπουργό να παρουσιάζει μια ειδυλλιακή εικόνα για τα ανθρώπινα δικαιώματα, όπου «ομόφυλα ζευγάρια περπατάνε στο δρόμο μαζί… γιατί νιώθουν πως είναι πια αποδεκτοί και αποδεκτές», ενώ για τις ερωτήσεις που αφορούν το φλέγον, για την τρανς κοινότητα, θέμα του νομοσχεδίου για την ταυτότητα φύλου ο πρωθυπουργός αναφέρει λειψά στοιχεία που και πάλι δίνουν μια διαφορετική εικόνα. Το νομοσχέδιο αυτό έχει τεράστια προβλήματα, γιατί δε δίνει τη δυνατότητα προσδιορισμού της ταυτότητας φύλου σε ανήλικα άτομα, όπως γίνεται σε πολλές χώρες που έχουν αντίστοιχους νόμους, ενώ επίσης απαγορεύεται η αλλαγή χαρτιών σε κάποιον που είναι παντρεμένος.

Δύο βασικές διατάξεις που θεσπίζουν διακρίσεις εκεί που πάνε να τις άρουν. Για το θέμα του γάμου και γιατί δεν τον νομοθέτησε απλώς αναμασάει το επιχείρημα του ενός βήματος τη φορά, τη στιγμή που είναι γνωστό ότι η συνεργασία με τους ΑΝΕΛ αλλά και οι σχέσεις με την Εκκλησία ήταν οι λόγοι της απόρριψης της θέσπισης του γάμου, που θα έλυνε πολύ περισσότερα προβλήματα, όπως ακόμα και το θέμα της παιδοθεσίας που υπήρξε από την αρχή δύσκολο και άβολο για την κοινοβουλευτική ομάδα και του ΣΥΡΙΖΑ, από την εποχή πριν από τη διάσπαση.

Αλλά το πιο σημαντικό θέμα από όλα για το άκαιρο αυτής της συνέντευξης είναι ότι ξεπλένει έναν πρωθυπουργό που έχει εφαρμόσει τα πιο εγκληματικά μέτρα πάνω στο σώμα του ελληνικού λαού και καιροσκοπικά σήμερα στρέφεται προς τη ΛΟΑΤ κοινότητα. Και σε αυτό η ευθύνη του περιοδικού είναι μεγάλη.

Σχόλια

X