Πάντα μου άρεσε με κόκκινα μαλλιά. Ταίριαζαν με το πάθος της. Έκαναν κοντράστ με τη μελαγχολία των ματιών της. Πόσο αγάπησα τα μελαγχολικά μάτια! Κι ας χαμογελούσε το πρόσωπο. Τα μάτια είναι αυτόνομα. Εκεί να κοιτάς τους ανθρώπους. Όλα τα άλλα είναι ρόλος.

Ακόμα δεν έλεγα όλες τις λέξεις. Δύο ή τρία σύμφωνα στη σειρά με δυσκόλευαν. Θαρρώ πως ακόμα με μπερδεύουν. Το είχα ακούσει στο ραδιόφωνο. Την είχα δει να το τραγουδάει και στην τηλεόραση. Τα παιδικά μου μάτια φωτογράφισαν την εικόνα και την κράτησαν ακέραια μέχρι σήμερα. Κι έτσι άρχισα να περπατάω σαν το Σαρλό τραγουδώντας «Σάρλι Σάρλι». Μάταια προσπαθούσε η μάνα μου να με διορθώσει. Δύσκολα τα διπλά σύμφωνα. Ακόμα με ταλαιπωρούν.

Την Τάνια την αγάπησα από την παιδική μου ηλικία. Έλεγα ότι θα της μοιάσω. Μύριζε πάντα έρωτα η φιγούρα της. Έρωτα μελαγχολικό, ανομολόγητο, ανικανοποίητο. Μου έδινε πάντα την εντύπωση ότι δεν τη χωρούσε ο τόπος. Έκλαιγε, γελούσε, θύμωνε, ζούσε! Η ζωή θέλει πολλά θαυμαστικά!!!!! Εκείνη ήταν χείμαρρος.

«Ρωτάς για την καριέρα μου

τη νύχτα και τη μέρα μου

κι εγώ να σου μιλάω καταφέρνω.»

Ταυτίστηκα μαζί της αμέτρητες φορές! Είπα στη μάνα μου ότι γερνάω, ξάπλωσα στο πάτωμα και έκλαψα για τους έρωτες που μου φάγανε τα χρόνια, παραδέχτηκα ότι η ζωή είναι ένα αστείο που δεν έχει γιατί και πως, σε μια αλλιώτικη μέρα άναψα φωτιά, σιχτίρισα τους πάντες και απαίτησα να με αφήσουν ήσυχη όλοι.

«Μόνη μου θα μείνω

τόσα χρόνια τώρα πιά το έχω μάθει

τόπος κανείς δεν με χωρά.

Μόνη μου θα σβήνω

και το κέφι όλων γύρω θα ανάβει

ώσπου να πάρω εγώ φωτιά»

Η Τάνια ήταν πάντα εκεί, στα μικρά και στα μεγάλα, στα εύκολα και στα δύσκολα, στα ζόρια, στους απωθημένους έρωτες, στο ανικανοποίητο της φύσης μου, στη ματαιότητα, στις απώλειες, στις αναμονές. Η φωνή της με συντρόφευε σε όλες τις διαδρομές, στις θαμπές εικόνες, στα χρόνια που πέρασαν, στις ρυτιδιασμένες στιγμές της ψυχής μου. Η Τάνια με τα κόκκινα μαλλιά, τη μεγάλη καρδιά, τα μελαγχολικά μάτια, το θλιμμένο χαμόγελο, το καταπληκτικό βιμπράτο της φωνής της! Η  Τάνια που δεν καβάλησε ποτέ κανένα καλάμι, που άφησε το μικρόφωνο και φτιάχνει καφέδες στο Πήλιο, που καλημερίζει τους ανθρώπους με χαμόγελο, που κάνει φίλους, που της αρέσει η απομόνωση, που κλαίει, που γελά, που ονειρεύεται, που ερωτεύεται! Η δική μας Τάνια! Που πάνω στη σκηνή είναι ο εαυτός της χωρίς φτιασίδια και περιτυλίγματα, χωρίς φαμφάρες, χωμάτινη και εύθραυστη.

Μαμά γερνάω αλλά ακόμα τραγουδάω «Σάρλι Σάρλι»!

Μαμά, πεινάω

μαμά, φοβάμαι

μαμά, γερνάω, μαμά.

Και τρέμω να `μαι αυτό που χρόνια ανησυχείς:

ωραία, νέα κι ατυχής.

Σχόλια

X