Ήταν καλοκαίρι, ήμασταν διακοπές με τους γονείς μου, περνούσαμε όμορφα τότε και πάντα ανυπομονούσα να έρθει το καλοκαίρι. Πολλές φορές με έπαιρναν μαζί τους η γιαγιά και ο παππούς στις διακοπές τους. Τότε και αν περνούσα καλά, με φρόντιζαν από το πρωί μέχρι το βράδυ, να περάσω καλά, να μην μου λείψει τίποτα.

Σε γενικές γραμμές τα παιδικά μου καλοκαίρια τα θυμάμαι κάπως έτσι: ξυπνούσαμε το πρωί, πίναμε γάλα με hemo ή σοκολατούχα γάλατα γιόκο τσόκο και νέσκουικ και αλείφαμε στο ψωμί και τις φρυγανιές μερέντα ή βούτυρο με μαρμελάδα φράουλα. Μετά από λίγη ώρα πηγαίναμε για μπάνιο, έφτανε μεσημέρι, πεινούσαμε ξανά, λίγο η θάλασσα λίγο η χαλαρή διάθεση, άνοιγε η όρεξη και τρώγαμε σαντουιτσάκια και φρούτα τα οποία είχαν ποτίσει απ’την αλμύρα όπως και όλο μας το σώμα.

Μετά όταν πια γυρίζαμε από τη θάλασσα, έφτανε το απόγευμα και σαν μικρά παιδιά ζητούσαμε τα παγωτά. Κάναμε διαγωνισμό με τα υπόλοιπα παιδιά ποιος θα φάει τα περισσότερα κάθε καλοκαίρι! Ύστερα βόλτες και ατελείωτο παιχνίδι, ξεγνοιασιά και ανεμελιά. Το βράδυ κοιμόμασταν χωρίς καμία έγνοια και με μόνη ανησυχία να ξημερώσει για να πάμε ξανά στη θάλασσα για να φάμε ξανά παγωτά και να παίξουμε μέχρι να νυστάξουμε.

Τα βράδια μου άρεσε να μένω μέχρι αργά με τους ‘μεγάλους’ , και να συμμετέχω παιδικά με τον δικό μου τρόπο στις συζητήσεις τους. Και έλεγα πάντα στη μαμά μου, μαμά θέλω να μεγαλώσω, θέλω να γίνω μεγάλη και να είμαι σαν εσάς, να μην πηγαίνω σχολείο, να κοιμάμαι ο,τι ώρα θέλω και να ζω όπως εσείς. Εκείνη μου απαντούσε γελώντας πως δεν χρειάζεται βιασύνη για τίποτα και πως όλα θα έρθουν στην ώρα τους. Μην βιάζεσαι να μεγαλώσεις,μου έλεγε με την μαμαδίστικη γλυκιά φωνή και ματιά της,αλλά εγώ βιαζόμουν και ανυπομονούσα, και ονειρευόμουν.

Και μεγάλωσα, και ξαφνικά δεν θέλω να μεγαλώσω άλλο. Έγινα μεγάλη με μάτια παιδικά και όνειρα ατέλειωτα, βρέθηκα σ’έναν κόσμο ενηλίκων που μοιάζουν αποστειρωμένοι, σαν να μην υπήρξαν ποτέ τους παιδιά, σαν να έγιναν στάχτες όλα τα όνειρά τους στη πορεία, σαν να ξέχασαν πως είναι να δίνεις και να παίρνεις αγάπη, σαν να ξέχασαν ότι οι άνθρωποι χρειάζονται φροντίδα και στοργή.

Ο κόσμος αυτός δεν θα αλλάξει όσο απομακρύνεται ο ένας από τον άλλο. Είμαστε όλοι άνθρωποι, ήμασταν όλοι παιδιά κάποτε. Να θυμάσαι πως τα συναισθήματα δεν είναι για να τα θάβεις, αλλά για να τα βγάζεις στην επιφάνεια όπως τότε που ήσουν παιδί. Να γελάς και να χαμογελάς, να ξεχνάς που και που ότι μεγάλωσες, να ανυπομονείς να ξημερώσει μια καινούργια μέρα γιατί μπορεί να μάθεις κάτι καινούργιο.

Όσο μεγαλώνεις προσπάθησε να κοιτάς τον κόσμο σαν μικρό παιδί, γεμάτος περιέργια και ανυπομονησία για κάτι καινούργιο που θα μάθεις. Και μην ξεχνάς τους ανθρώπους σου, μην ξεχνάς εκείνους τους γονείς που πάσχισαν παρ΄ όλες τις δυσκολίες που συνάντησαν να σε μεγαλώσουν χωρίς να σου λείψει τίποτα, μην ξεχνάς εκείνη τη μητέρα που σε είχε στη κοιλιά της εννέα μήνες και πόνεσε για να σε φέρει στον κόσμο, μην ξεχνάς τη γιαγιά και τον παππού που έπαιζαν μαζί σου και σε πήγαιναν στο πάρκο να κάνεις ποδήλατο. Μην ξεχνάς κανέναν που νοιάστηκε για σένα.

Σχόλια

X