Μετά από πενήντα χρόνια στο πάλκο, η Μαριώ συνεχίζει και φέτος στις Διαδρομές. Η μεγάλη κυρία του ρεμπέτικου μας υποδέχεται στο σαλονάκι του σπιτιού της στα Εξάρχεια.

Μετά από πενήντα χρόνια στο πάλκο, η Μαριώ συνεχίζει και φέτος στις «Διαδρομές». Η μεγάλη κυρία του ρεμπέτικου μας υποδέχεται στο σαλονάκι του σπιτιού της στα Εξάρχεια και μας μιλάει για το ρεμπέτικο, την κρίση, την πραγματική φτώχεια, το άλλο πρόσωπο του Μεταξά και… το Πολυτεχνείο. Όπως πάντα, μιλάει «σταράτα», και δεν τσιγκουνεύεται τα «μπινελίκια». Πάνω απ’ όλα, επιβεβαιώνει ότι ρεμπέτης θα πει άνθρωπος απλός, αλλά σοφός.

– Φέτος σας βρίσκουμε και πάλι στις «Διαδρομές», μιλήστε μας λίγο για το χώρο και το σχήμα.

Συνεχίζουμε και φέτος στις «Διαδρομές». Είναι ένας ωραίος χώρος, θα έλεγα ότι είναι το σαλόνι του σπιτιού μου, γιατί είναι αυτή η ξυλοκατασκευή μέσα που το ομορφαίνει και το ζεσταίνει. Είναι πολύ οικείος χώρος, δηλαδή ο κόσμος έχει άμεση επαφή μεταξύ του αλλά και με εμάς… εγώ φυσικά επικοινωνώ πιο πολύ γιατί γυρίζω στα τραπέζια τους όταν τραγουδάω. Αυτό που νοιώθω κάνω, θέλω να είμαι κοντά στον άνθρωπο, σε αυτόν που με επισκέπτεται και με τιμά με την παρουσία του – να είμαι κοντά του και να μπορώ με το μικρόφωνο να πάω δίπλα του. Το σχήμα είναι περίπου το ίδιο με πέρυσι: εγώ με τη Χριστιάνα Γαλιάτσου, με μαέστρο τον Κώστα Μήτσιο, τον Νίκο Τσιατσούλη στα κρουστά, το Μανώλη Κόττορο στο βιολί, τον Κώστα Σκανδάλη τραγούδι και κιθάρα και τον Γιώργο Τιατσούλη στο ακορντεόν.

– Και τί περιλαμβάνει το πρόγραμμα;

Ξεκινάμε στις 23:15 και τελειώνουμε 4 – 5 το πρωί, Θεού θέλοντος. Αντέχουμε ρε παιδί μου, τι να κάνουμε τώρα; Το πρόγραμμα είναι ποικίλο. Ξεκινάμε από Μαίρη Κοντού-Δημήτρης Χορν -«Πες μου μια λέξη, αυτή τη μόνη λέξη…»- με τη Χριστιάνα, μετά περνάμε στο λαϊκό σιγά-σιγά και ύστερα βγαίνω εγώ με τη «Θεσσαλονίκη», και συνεχίζω με Τσιτσάνη… Έχουμε και ρεμπέτικο βαρύ, απαγορευμένα ρεμπέτικα. Παίζουμε και δημοτικά, νησιώτικα παραδοσιακά τραγούδια πάρα πολλά… Εγώ λέω πιο πολύ τα Σμυρναίικα, που τα αγαπώ και ιδιαίτερα.

Ο κόσμος γλεντάει πολύ. Στην αρχή δεν βγαίνουν να χορέψουν και τους λέω «εγώ δεν ήρθα εδώ για να δείξω το μπόι μου, δεν είμαι πολύ ψηλή, είμαι κοντή, αλλά εν πάση περιπτώσει εγώ θέλω να σας τραγουδήσω μέσα από την καρδιά μου και να βγείτε να χορέψετε να ξεδώσετε. Εγώ θέλω να χορεύετε και να μου δίνετε κουράγιο και εμένα. Όχι όπως αλλού που δεν σας αφήνουν γιατί βγαίνουν οι φίρμες». Εδώ δεν υπάρχουν φίρμες, εδώ υπάρχει άνθρωπος που διασκεδάζει τον κόσμο, είμαι διασκεδάστρια, όπως όλα τα παιδιά εδώ, οι μουσικοί και οι τραγουδιστές που έχουμε.

– Στην πρεμιέρα έγινε χαμός, όπως και πέρσι. Πως εξηγείτε την επιτυχία που έχετε, σε αντίθεση με άλλους χώρους που δεν τα πηγαίνουν τόσο καλά τα τελευταία χρόνια;

Εγώ δεν το περίμενα, πήγε η ώρα 4 και μισή για να φύγει ο κόσμος. Είναι φτηνές οι τιμές, και για το κρασί και το φαγητό. Δεν θυμάμαι ακριβώς τις τιμές, μην πάρω το Βαγγέλη στο λαιμό μου, το αφεντικό, γιατί μετά θα με διώξει από το μαγαζί και πού να βρω δουλειά με την ανεργία αυτή που έχουμε. (γέλια) Τέλος πάντων, έχουμε κόψει κι εμείς τα μεροκάματα μας, είναι πολύ βασικό αυτό. Όλοι βάλαμε νερό στο κρασί μας. Το ρεμπέτικο έτσι κι αλλιώς ήταν πάντα ένα τραγούδι που συγκέντρωνε κόσμο σε μικρούς χώρους, στα κουτουκάκια, στα σπίτια. Όχι αυτές οι φανφάρες και οι μεγάλες επιγραφές… Το ρεμπέτικο είναι ένα ανθρώπινο τραγούδι, ένα βίωμα ζωής. Τραγουδάει τα βιώματα του ανθρώπου, τις συγκυρίες του και τα χρονικά που περνάει. Τα καλά ή τα δύσκολα.

– Ίσως γι αυτό τα πάτε τόσο καλά;

Ναι, πιστεύω ότι ο κόσμος έρχεται γιατί θέλει να «ξαναγυρίσει», θέλει τα παλιά. Τα ρεμπέτικα και τα λαϊκά τραγούδια κάνουν κύκλο, έρχονται οι παλιές συγκυρίες, και αναβιώνουν πάλι. Μας πάνε πολλά χρόνια πίσω. Όταν διώχνουμε τα παιδιά μας, όταν η οικογένεια δεν έχει να ζήσει, σκέψου τα τραγούδια τα ρεμπέτικα και τα λαϊκά πόσο άμεσα συνδεδεμένα είναι με την τωρινή συγκυρία! Λένε αυτό που βιώνουμε όλοι, όλες οι οικογένειες, όλος ο λαός της Ελλάδος. Ήταν τελικά σοφοί άνθρωποι οι ρεμπέτες.

– Εσείς έχετε δει και έχετε τραγουδήσει την πραγματική φτώχεια, έχουμε φτάσει εκεί με τη σημερινή κρίση;

Κοίταξε στο απόλυτο δεν θα μπορούσα να το πω. Σίγουρα ακούμε στατιστικές, κάποια γκάλοπ που κάνουν, αλλά να σου πω κάτι; Η φτώχεια είναι φτώχεια. Γιατί εγώ μεγάλωσα μέσα στην πόλη της Θεσσαλονίκης, Τσιμισκή και Έκθεση γωνία, και αυτό το πράγμα το έχω βιώσει έμπρακτα και πολύ έντονα. Γιατί τότε είχαμε συσσίτιο στα δημοτικά σχολεία. Τότε μας δίνανε τυρί, σκόνη γάλα, βούτυρο όχι όπως σήμερα στο σούπερ μάρκετ, αλλά σε κουτιά – μέχρι το ’59 μας μοιράζανε κουτιά σε όλες τις γειτονιές. Μας δίνανε και ολόκληρη πλάκα, όπως φτιάχνουμε το χαλβά σήμερα, 2 οκάδες θρεψίνη, που σήμερα δεν υπάρχει πια. Ήταν ένα ωραίο γλυκό, το τρώγαμε με το ψωμί μας. Μας το δίνανε γιατί είχε πολλές βιταμίνες και το παίρναμε για να θρέψουμε καλά, γι αυτό και λεγότανε θρεψίνη. Περνάμε την ίδια κατάσταση. Το θέμα είναι ότι ο κόσμος έχει ανάγκη να διασκεδάσει. Το θέλει και πιστεύω ότι ξεδίνει πάνω σε αυτό.

– Το πιστεύει όμως; Δηλαδή, τότε τα ρεμπέτικα γραφόντουσαν και τα τραγούδαγε ο κόσμος γιατί το ζούσε στο έπακρο όλο αυτό…

Γιατί τώρα δεν το ζούνε στο έπακρο; Έχετε την εντύπωση ότι τα ακούνε μόνο για τα καλά; Δεν ονειροβατούμε αυτή τη στιγμή, ούτε πλάθουμε φαντασίες. Τα παραμύθια τελείωσαν με όλη την κυριολεξία. Μην κοιτάτε αυτοί οι λίγοι, οι λιγοστοί, οι «έξυπνοι» που μπόρεσαν και έκαναν κάποια «πισινή», κάποια λεφτά – αν θεωρήσουμε ότι είναι οι πιο έξυπνοι και οι πιο πονηροί που βγάλανε τα λεφτά τους έξω. Η φτώχεια επικρατεί στην Ελλάδα και πρέπει όλη η νεολαία να ανοίξει τα μάτια της, να δει πιο βαθιά τι συμβαίνει μέσα στη χώρα. Δεν είναι μόνο επιφανειακά. Η βιτρίνα δε μου λέει τίποτα, μπορεί να είναι όμορφη αλλά μέσα είναι μια καταστροφή, μέσα είναι μια σαπίλα.

Και γιατί να είμαστε καλά; Όταν ένας δεν έχει να δουλέψει και του κόβουν το μεροκάματο, γιατί δεν κατεβάζουν τις τιμές από τα είδη τροφίμων που είναι απαραίτητα; Γιατί ο άλλος δεν θα πάει να πάρει ρούχα, τα παιδιά του θα ταΐσει και ούτε αυτή τη δυνατότητα έχει πλέον.

Γι αυτό σου λέω ότι ο κόσμος απογοητεύτηκε. Λάλησε ο ντουνιάς, λάλησε. Λάλησε σαν τα κοκόρια. Και οι πετεινοί λαλήσανε που λέμε… Οι άνθρωποι είναι μέσα σε ένα καλούπι που τους στενεύει. Αυτό το καλούπι πρέπει να σπάσει. Έχουν πάθει ασφυξία οι άνθρωποι. Αυτοκτονούνε κάθε μέρα. Εγώ τι να κάτσω και να πω; Τραγουδάω, τραγουδάω… Αλλά θέλουν μια βοήθεια, και αυτό που προσφέρουμε είναι μια βοήθεια σε αυτούς, μια παρηγοριά καλύτερα. Μια παρηγοριά να ξανασάνουν. Γι αυτό και καμιά φορά σατιρίζω στη δουλειά, λέω και κάνα «στρόγγυλο», κάνα μπινελίκι και βλέπεις αμέσως αναθαρρούν, έτοιμοι να συμβάλουν μαζί μου, να συμμετέχουν, να «τα πουν» και αυτοί.

– Αυτή η βιτρίνα που λέτε ότι έπεσε, μήπως είναι από τα θετικά της κρίσης; Μήπως ζούσαμε για χρόνια παραπάνω από τις δυνατότητές μας; Γιατί έχετε δει και πολλές υπερβολές…

Τα έχω ζήσει και πέρασα και αυτή την περίοδο, είχα την τύχη στη Θεσσαλονίκη όταν ήμουν στην «Καλύβα» για 14 χρόνια κι είδα πολλά. Έβλεπες ο άλλος να έχει τα εκατομμύρια και να συναγωνίζεται έναν πλούσιο που είναι στο διπλανό τραπέζι, ποιος θα σπάσει τα πιο πολλά πιάτα, ποιος θα ανοίξει τις πιο πολλές σαμπάνιες και ποιος θα κάνει τις πιο πολλές ανατροπές στα τραπέζια, γιατί τότε μόνο την ανατροπή του τραπεζιού, κι ας μην είχε τίποτα επάνω, τη χρεώνανε 50.000 δραχμές. Αυτό είναι κάτι ασύλληπτο, αυτό είναι κορεσμός. Αυτό είναι μία απάτη, για να μην πω τραγική αλητεία! Συν οι καυγάδες που γινόντουσαν για τις παραγγελίες. Πέρασα και αυτή τη βιτρίνα. Την έζησα και προσωπικά. Ερχόταν ο άλλος από τη Γερμανία, δεν θα πω το όνομα, και έπρεπε να είμαι πάνω στην πίστα και να τραγουδάω. Έπαιρνε τηλέφωνο και έλεγε «σπάστε τόσες χιλιάδες πιάτα». Ερχόταν κάποιος άλλος φίλος από την Αθήνα και ενώ ήταν στο αεροδρόμιο, στο Ελληνικό, έπαιρνε τηλέφωνο και έλεγε «όταν θα ‘ρθω θέλω η πίστα να είναι γεμάτη και να σκεπάζει τη Μαριώ από τα πιάτα. Να κρύψετε τη Μαριώ και με τις κούτες από τις σαμπάνιες». Μια πίστα τεράστια να είναι γεμάτη με σαμπάνιες και να είμαι σκεπασμένη ολόκληρη με πιάτα. Τί παραπάνω να πω!

– Να πάμε λίγο πίσω τώρα. Είναι αλήθεια ότι ξεκινήσατε το τραγούδι πολύ μικρή και μπήκατε σε ένα χώρο που είναι τουλάχιστον περίεργος για ένα παιδάκι τέτοιας ηλικίας, πώς το αντιμετωπίσατε;

Ναι, ήμουν μικρότερη από 13 χρονών. Το πρώτο που έκανα ήταν που τραγούδησα σε ένα Χορό στον Τρίτωνα στη Θεσσαλονίκη, κάπου εκεί στην Τσιμισκή ήταν. Όμως δεν είχα πάει ποτέ πουθενά να παίξω μόνη μου ακορντεόν ή να τραγουδήσω. Ήμουν πάντα με τον πατέρα μου, ήταν μουσικός, και ήμουν το παιδάκι-θαύμα. Για μένα δεν ήταν κάτι περίεργο. Ο πατέρας μου ήταν μέσα στο συμβούλιο του Συλλόγου Μουσικών Βορείου Ελλάδος, ήταν και οργανοποιός, έφτιαχνε ντραμς και έρχονταν όλοι οι μουσικοί στο σπίτι μας. Δεν ήταν δηλαδή κάτι άγνωστο για μένα.

Άγνωστο ήταν όταν ένα βράδυ στα 11 μου χρόνια που έπαιζα κρυφτό και έφτασα ανάμεσα σε δυο ταβέρνες, η μία ήταν του κυρ Μανώλη και η άλλη της Βασίλως. Της Βασίλως ήταν ένα μικρό μαγαζάκι με ξύλινα κουφώματα, τα παλιά τα βαμμένα πράσινα, και είχαν και μια μουριά που τότε άρχιζε να βγάζει τα μούρα και πήγα να κρυφτώ – και να φάω και μούρα. Σκύβω παίρνω μερικά και ακούω μια μουσική. Μία φωνάζει, κάνει έναν αμανέ. Και ήταν η Ρόζα Εσκενάζυ, βέβαια αυτό το έμαθα όταν μεγάλωσα πια. Ακουγόταν κάποια να νανουρίζει το μωρό της και θύμωσε ο άνδρας της, εγώ νόμιζα ότι είναι αλήθεια και ότι είναι μέσα στην ταβέρνα αυτές οι φωνές. «Ή θα το κάνεις να σταματήσει ή τώρα θα το πάρω και θα το πετάξω από το παράθυρο το παιδί». Και αρχίζω και κλαίω και φωνάζω, «Το παιδί θα το πετάξει από το παράθυρο!». Πού να ξέρω ότι ήταν δίσκος 78 στροφών και τραγουδούσε η Ρόζα η Εσκενάζυ και έλεγε «Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά, έλα πάρε και τούτο. Μικρό μικρό μου το ‘δωσες, μεγάλο φέρε μου το.» Δηλαδή, ήταν το πρώτο άκουσμα και εκεί είπα «γεια χαρά σας, γεια χαρά!». Βέβαια ο μπαμπάς μου επ’ ουδενί λόγο δεν μ’ άφηνε να τραγουδήσω ρεμπέτικα. Τι λες καλέ; Σε ποιαν ουρά να πάω να κρυφτώ!

– Υπήρχε δηλαδή ακόμα το στίγμα για το ρεμπέτικο ότι είναι κάτι κακό;

Βεβαίως. Στη Θεσσαλονίκη όμως όχι. Η Θεσσαλονίκη το προστάτεψε το ρεμπέτικο τραγούδι και το χασικλίδικο, αλλά ο μπαμπάς μου μού το απαγόρευε. Αλλά έλεγα βέβαια μέσα μου: «Τί νομίζεις, δεν θα μεγαλώσω;». Όταν έφευγε ο μπαμπάς μου και έπαιζα το ακορντεόν μου, έπαιζα τον «Απόκληρο». «Σαν απόκληρος γυρίζω στην κακούργα ξενιτιά και απόκληρος σε αυτή την κοινωνία». Αυτά τα τραγούδια πολύ μ’ αρέσανε. Μόλις ερχόταν ο μπαμπάς μου, πήγαινε η αδερφή μου και έλεγε: «Μπαμπά, η Μαίρη πάλι έπαιζε αυτά τα μάγκικα τα τραγούδια». Ο μπαμπάς μου έπαιρνε τη ζωστήρα, με έδενε στην καριόλα, στο κρεβάτι και με χτυπούσε.

– Μόνο και μόνο επειδή τραγουδούσατε αυτά τα τραγούδια…

Ναι. Ήμουνα λίγο τσαούσα, έψαχνα να βρω τη ζωή μου. Ξέρεις κάτι, τώρα ακόμα που είμαι σε αυτή την ηλικία, στα 68, φέρνω στο μυαλό μου τι έκανα, πηγαίνω πολλά χρόνια πίσω. Κάποιες μυρωδιές μου θυμίζουν εκείνη την εποχή, τη γειτονιά μου, το σπίτι μου, τα λουλούδια που είχαμε και κάθομαι και λέω τώρα «κοίταξε να δεις πόσο σκληρά ήταν τα πράγματα τότε». Και για τα ρεμπέτικα τραγούδια, νομίζω ότι ήταν πολύ μεγάλο λάθος αυτό που γινότανε, ο κατατρεγμός. Πολύ κυνηγητό. Ξέρω από πού επηρεάστηκε ο μπαμπάς μου. Επειδή πρόλαβε το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, και επειδή γνώρισε και το Μεταξά που είπε το «όχι». Ο Μεταξάς κυνήγαγε το ρεμπέτικο, θεωρούσε ότι αυτοί οι άνθρωποι έπρεπε να μείνουν στο περιθώριο. Δεν ήθελε να υπενθυμίζει στο κοινό αυτό το τραγούδι ότι ο κόσμος πεινάει.

– Και πότε άρχισε το ρεμπέτικο να απενοχοποιείται, πότε αρχίσατε να το τραγουδάτε ανοιχτά;

Εμείς πάντα το τραγουδούσαμε ανοιχτά. Εγώ από το ’60 και μετά άρχισα να τραγουδάω. Ο μπαμπάς μου δεν μ’ άφηνε να λέω χασικλίδικα, αλλά εγώ τα γουστάρω τα χασικλίδικα- η πιο ωραία μελωδία. Θυμάμαι, ο μπαμπάς μου είχε έρθει το ’72 στην «Καλύβα» και τότε λέγαμε με το Νάκο ένα τραγούδι, «Μπουκάραν μάγκες στο τεκέ για να φουμάρουν ναργιλέ». Και όταν τελειώσαμε του λέω «μπαμπά πώς σου φάνηκε;» «Τελικά έκανες αυτό που ήθελες.» Λέω μέσα μου, «όχι, θα σε άφηνα…» (γέλια). Και μετά του είπα: «Βρε μπαμπά, τι να κάνω; Αφού τώρα αυτό με εμπνέει, με αγγίζει το τραγούδι αυτό, το ζω». Βέβαια ήμουν παντρεμένη πια, με παιδιά. Δούλευα σε πολλά μαγαζιά, στο «Στέκι», στην «Φαντασία», στη «Φαρίντα», μαγαζιά της Θεσσαλονίκης όλα αυτά… και κάποια στιγμή ήρθα στο Τζώνη το Στάκα.

– Ήταν η πρώτη φορά που κατεβήκατε στην Αθήνα.

Ναι, το ’73 ήρθα στην Αθήνα, στο μαγαζί του Τζώνη του Στάκα που ήταν στην Αχαρνών, ένα υπόγειο είχε μαγαζί, ήταν μαζί και ο αδερφός του που έπαιζε κιθάρα. Ήταν και ηθοποιός ο Στάκας και ήταν με το «τρίο Γκιτάρα». Ο Τζώνης ήταν μάλιστα που με βάφτισε «Μαριώ». Όταν ξεκινήσαμε είχε έρθει όλη η Αθήνα. Είχαν έρθει ηθοποιοί, ο Καζάκος, η Καρέζη, ο Σταυρίδης, ο Γκιωνάκης, η Μάρω Κοντού και πολλοί άλλοι.

Ένα βράδυ, μετά από μερικούς μήνες, πάω στη δουλειά και μου λέει ο Τζώνης «δεν δουλεύουμε». Εγώ τί να κάνω στην Αθήνα με 70 δραχμές, 110 έδινα για το ενοίκιο. Πάω στο σπίτι, ανοίγω το ραδιοφωνάκι και ακούω φωνάζει: «Εδώ Πολυτεχνείο…». Έτσι, το πρωί πήγαινα, αγόραζα λεμόνια, βαζελίνες, σύριγγες, βαμβάκι, οινόπνευμα, καφέ και ό,τι άλλο θέλανε, γιατί άκουγα από το ραδιόφωνο ότι θέλανε βοήθεια οι φοιτητές μέσα στο Πολυτεχνείο. Και έπαιρνα ό,τι είχα, τα λεφτά μου όλα και ερχόμουνα από την Καυταντζόγλου [σ.σ. στον Άγιο Ελευθέριο] με τα πόδια. Πήγαινα στα κάγκελα και τους τα έδινα. Και ήταν οι ασφαλίτες δίπλα με μακριά μαλλιά, καμπάνα παντελόνια για να δείξουν ότι ήταν ίδιοι με τους φοιτητές. Πρώτη φορά μου κατάλαβα τι είναι το δακρυγόνο. Έτσουζαν τα μάτια μου, η μύτη μου έτρεχε σαν συνάχι…

Μαζέψαμε με τους περαστικούς εφημερίδες, πεταμένα χαρτιά, ό,τι βρίσκαμε, τα ανάψαμε για να σπάσει τη μυρωδιά του δακρυγόνου… Όλες οι πολυκατοικίες γύρω-γύρω, Στουρνάρη και Μάρνης, ήταν όλες αστυνομία, είχε μαυρίσει ο τόπος, ο στρατός δεν είχε κατέβει ακόμα… και έρχεται ένας και ρωτάει «Τι κάνετε εδώ πέρα;» Εγώ τον κατάλαβα, λέω «να σου πω, χαφιεδάκι είσαι, ε;». Και όπως ήμουν, τα είχα πάρει, λέω: «Δε πα’ να γα***είτε; Μέσα σφάζονται τα παιδιά, τσογλάνια του κερατά. Μας κάνατε μια χώρα άνω κάτω, άντε πηγαίνετε να γα***είτε». Έτσι στα ίσια. Και μου λέει: «Κοίταξε, θα σε πάρω δεμένη». «Τα αρχ**ια μου θα πάρεις» του λέω. Και ήταν ένας άλλος κύριος από δίπλα και σου λέει τα χώνει τώρα η κυρία, κάτσε να τη σώσουμε. «Αυτή παίρνει χάπια, αυτή θα πάρετε; Που να την πάτε, βασανισμένη από τη ζωή είναι, αφού παίρνει χάπια, ναρκομανής είναι. Παίρνει ηρεμιστικά για να συνέλθει». Και έτσι με σώσανε… κι είδα την τελευταία βραδιά με το τανκς, εκεί δεν άντεξα. Εκείνη τη νυχτιά πολλά είδαν τα μάτια μου, να μην το ζήσω ξανά άλλη φορά αυτό.

– Επεισοδιακή η παραμονή σας στην Αθήνα.

Ναι, επεισοδιακή. Ήμουν και λίγο σεσημασμένη με την ΕΔΑ τότε. Διάβαζα πάντα «Αυγή» και το πλήρωσα αυτό μετά, το ’68. Με είχαν καλέσει να τραγουδήσω στη Βασιλίτσα, κοντά στα σύνορα με τη Γιουγκοσλαβία, και δεν μου έδιναν άδεια να ταξιδέψω γιατί είχα φάκελο, ήμουν αριστερή. Με είχαν πάει στην Ασφάλεια και ο αστυνόμος μου είπε «Διάβαζες ‘Αυγή’ το ’66». Του λέω, «εσύ με ταΐζεις για να μου κάνεις έλεγχο τί εφημερίδα διαβάζω; Εγώ δουλεύω και τρώω, δεν με ταΐζεις εσύ». Με απείλησε, «θα σου δώσω ένα χαστούκι, στον τοίχο θα σε κολλήσω», και του λέω «δεν πα’ να δώσεις και δέκα; Καρφί δεν μου καίγεται, δε μασάω αγόρι μου, άσε με ήσυχη».

– Τους τρελαίνατε κανονικά, δηλαδή.

Ε, βέβαια. Έτσι θέλουν αυτοί, και σήμερα δεν είναι όλοι πατριώτες. Οι πιο πολλοί θέλουν να μη χάσουν τη θέση τους και τις καρέκλες τους. Δεν υπάρχει πατριώτης στην Ελλάδα αυτή τη στιγμή. Κάναμε λάθη κι εμείς, παρασυρθήκαμε. Όμως αυτοί ξέχασαν ότι εκλιπαρούσαν μία ολόκληρη γενιά, κάθε μέρα, από το τηλέφωνο: «μπορείτε να πάρετε κάρτες, έχετε κερδίσει, μπορείτε να πάρετε δάνειο»… κι όταν ένας άνθρωπος δεν είχε ζήσει τη ζωή του, είχε στερηθεί πράγματα, μπήκε στο λούκι. Όπως μπήκα κι εγώ. Αλλά τι να κάνουμε; Αυτοί έπαιξαν ένα παιχνίδι εις βάρος του λαού. Ας τα πληρώσουν τώρα. Γιατί όταν κάνεις ένα τέτοιο άνοιγμα, πτωχεύεις μία ολόκληρη χώρα. Δεν το ήξεραν και έβαλαν τους ανθρώπους να παίρνουν εορτοδάνεια και διακοποδάνεια; Υπήρχαν άνθρωποι φτωχοί, που δεν είχαν πάει πουθενά, ήταν ευκαιρία να ταξιδέψουν, να ξεσκάσουν. Έλεγαν «πάει καλά η δουλειά μου, θα τους τα δώσω». Και μετά οδηγείς τη δουλειά των ανθρώπων στην κατάρρευση και έχεις την απαίτηση να πάρεις τα λεφτά πίσω; Τα αρχ**ια μου θα πάρεις!

– Μιας και μας φέρατε πάλι στο σήμερα, δεν θα ήταν μία καλή εποχή να υπάρξει κάτι νέο, αντίστοιχο με το ρεμπέτικο, για να εκφράσει όλα αυτά που συμβαίνουν;

Μπορεί να γίνει αυτό. Συνθέτες και όχι μόνο, νέα παιδιά που ζουν αυτή τη συγκυρία μπορούν να γράψουν – ήδη γράφουν. Έγραψε ο Μήτσης ένα τραγούδι για τα νέα δεδομένα. Όπως είχα τραγουδήσει κι εγώ για την κατάρρευση του Χρηματιστηρίου ένα τραγούδι που είχε γράψει ο Λευτέρης Χαψιάδης, σε μουσική Χρήστου Νικολόπουλου: «Πονηροί και ψευταράδες μας μπερδέψανε / και σε άσχημα παιχνίδια φίλε μου μας μπλέξανε».

– Θα συνεχιστεί η παράδοση του ρεμπέτικου χωρίς ρεμπέτες;

Μετά από εμένα δεν ξέρω αν θα το συνεχίσουν, αλλά νομίζω ότι υπάρχουν παιδιά που δεν θα το αφήσουν να πεθάνει… λίγοι είναι όμως που ζουν με τον τρόπο ζωής του ρεμπέτη. Να είσαι προσιτός στον κόσμο, να σ’ αγαπάει ο κόσμος, να τον δέχεσαι σαν να είναι ο μουσαφίρης του σπιτιού σου στο χώρο που τραγουδάς. Φαντάσου τώρα να έλεγα «εγώ είμαι η Μαριώ, είμαι επώνυμη, δεν σας θέλω στο σπίτι μου». Δεν είναι έτσι. Ο ρεμπέτης είναι ένας απλός άνθρωπος. Ρέμπελος. Αυτός κι η ψυχούλα του.

– Μπήκατε ποτέ στον πειρασμό, όταν ήρθε η καταξίωση και πέρασαν χρήματα από τα χέρια σας, να το αλλάξετε αυτό;

Όχι. Εγώ δεν τα είχα ποτέ τα λεφτά σε εκτίμηση. Άμα είχα λεφτά τα ‘δινα, δεν καταλάβαινα. Άμα είχα, έπρεπε να φάνε όλοι. Και πιστεύω ότι αυτός είναι ο σωστός τρόπος ζωής. Ακόμη κι αν δεν έχω, το λίγο, το ένα που έχω είμαι σε θέση να το δώσω – κι ας μην έχω να πάω σπίτι, θα πάω με τα πόδια, κι ας κάνω ωτοστόπ, κάποιος θα με πάρει. Ποτέ δεν επηρεάστηκα. Περάσανε λεφτά από τα χέρια μου – 51 χρόνια κλείνω φέτος στη δουλειά – αλλά δεν θέλω να συλλογίζομαι πού πήγαν. Ήταν άλλες συγκυρίες. Κοιτούσαμε γονείς, κοιτούσαμε δύο και τρία σπίτια, τρεις οικογένειες. Το ότι δεν έβαλα κάτι στην άκρη, δεν πειράζει. Χάρισα στα παιδιά μου, ας είναι καλά, και τελείωσε.

Δεν φεύγεις πλούσιος από τη ζωή. Τα σάβανα τσέπες δεν έχουνε, και η γη δεν ανήκει σε κανέναν. Έρχεσαι μόνος, και μόνος φεύγεις. Ό,τι κάνεις, κοίτα να αφήσεις κάτι καλό πίσω. Άπορη δεν θα πεθάνω. Πέντε θα ‘χω; Πέντε, γιατί είμαι άνθρωπος που έχω ζήσει με τα λίγα. Έχω ζήσει και με τα πολλά, αλλά έλα που τα πολλά εμένα δεν με συγκίνησαν; Δεν τα ζήλεψα, όπως κάποιοι άλλοι, που σήμερα κάθονται και τρώνε τα λεφτά τους, αλλά πάτησαν επί πτωμάτων.

Οι ρεμπέτες ποτέ δεν έκαναν εκατομμύρια. Αν παίρνεις λεφτά και κάνεις καλό κουμάντο, έχεις. Εγώ δεν έκανα καλό κουμάντο, και χέσ**κα που δεν έκανα. Αλλά ούτε τα έφαγα – τα έδωσα στα παιδιά μου και όπου γουστάριζα. Μου έτυχαν και άνθρωποι που δεν είχαν να φάνε και τους έδωσα. Πήραν να φάνε; Δεν φάγανε; Εγώ πάντως την έκανα τη χειρονομία. Από εκεί και πέρα, δεν με ενδιαφέρει. Τα λεφτά δεν κάνουν τον άνθρωπο. Ο Θεός μου έδωσε ένα χάρισμα, οι γονείς μου προσπάθησαν να μου δώσουν ένα καλό «βραχιόλι» στο χέρι, κι από κει και πέρα μόνη μου πάλεψα, μόνη μου δημιούργησα, και δόξα τω Θεώ. Έχω ένα όνομα – καλό, κακό, αυτό είναι. Έκανα κύκλο καλό, γνώρισα την αγάπη του κόσμου, πάρα πολλή αγάπη. Μακάρι όλοι στις δουλειές τους να εισπράττουν την αγάπη που έχω εισπράξει εγώ.

Συνέντευξη στους Θέμο «Απίκο« Ρίζο και Ηλέκτρα Χατζηκάλφα

Το 3point magazine είναι ένα οριζόντια δομημένο μέσο που πιστεύει ότι η γνώμη όλων έχει αξία και επιδιώκει την έκφρασή της. Επικροτεί τα σχόλια, την κριτική και την ελεύθερη έκφραση των αναγνωστών του επιδιώκοντας την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Σε μια εποχή όμως που ο διάλογος τείνει να γίνεται με όρους ανθρωποφαγίας και απαξίωσης προς πρόσωπα και θεσμούς, το 3point δεν επιθυμεί να συμμετέχει. Για τον λόγο αυτόν σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού, σεξιστικού περιεχομένου θα σβήνονται χωρίς ειδοποίηση του εκφραστή τους.

Ακόμα, το 3point magazine έχει θέσει εαυτόν απέναντι στο φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, σχόλια ανάλογου περιεχομένου θα έχουν την ίδια μοίρα με τα ανωτέρω, τη γνωριμία τους με το "delete".

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη του 3point.

Σχόλια

X