Ο Βλάντι κι ο Γκέντσι έβγαζαν κάποτε το μεροκάματο σε σκυλάδικα. Τώρα ομορφαίνουν την πόλη με δημοτικά κι ηπειρώτικα, παίζοντας σε δρόμους και πλατείες. Το μόνο που τους ενοχλεί, η υποτίμηση που αντικρίζουν συχνά στα μάτια του κόσμου.

Θεμιστοκλέους και Καλλιδρομίου, πρωί Κυριακής. Τα καφέ είχαν μόλις ανοίξει. Ελάχιστοι περπατούν στο δρόμο και χαζεύουν τα νεοκλασσικά. Από το βάθος ακούγεται μουσική. Ντύνει ωραία τη στιγμή. Η δεύτερη σκέψη λιγότερο ευχάριστη. Κάποιος δουλεύει, την ώρα που οι περισσότεροι κοιμούνται ή όπως εγώ βολτάρουν, κάνοντας διάλειμμα απ’ τη ρουτίνα.

Η μουσική για λίγο σταματά. Τις νότες διαδέχεται ο ήχος από κέρματα που έπεφταν πάνω σε άλλα. Δυο άντρες γύρω στα 45-50 ανεβαίνουν σιγά – σιγά και πλέον ακούγονται καθαρά κι οι φωνές τους. Πριν στρίψουν για τη Μεθώνης τους σταματώ.

«Δυο λεπτά μόνο», μου κάνουν. Καθόμαστε σ’ ένα απ’ τα πολλά πεζούλια των Εξαρχείων. Πάνω τους έχουν χαραχτεί ιστορίες κι ιστορίες. Από πιτσιρικάδες που το σκάνε λίγο απ’ το διάβασμα και γράφουν στίχους, από φοιτητές που μιλούν για τη συνέλευση, από ζευγάρια που ζουν τον έρωτα, από χρήστες που «χαϊδεύουν» την κόκα.

«Είμαστε απ’ τις 10 έξω και θα πάμε μέχρι τη 1. Δεν θέλουμε να ενοχλούμε τον κόσμο». Πριν είχαν περάσει από την πλατεία. «Σήμερα πάει καλά. Άλλες φορές μαζεύουμε 5, άλλες φορές και 20 ευρώ».  Ρωτώ τα ονόματά τους. «Βλάντι και Γκέντσι». Ο Βλάντι (κρατά το ακορντεόν) παίρνει πάνω του την κουβέντα, ξέρει καλύτερα ελληνικά. Ο Γκέντσι καταλαβαίνει τα πάντα, χαμογελά όποτε τον κοιτάζω και κάθε τόσο δείχνει να συμφωνεί με όσα λέει ο Βλάντι.

«Ξέρεις φίλε, δεν μας ενοχλεί η δουλειά. Αντί να κάνουμε καμιά μαλακία και να πουλάμε ναρκωτικά, εμείς είμαστε εδώ με το ακορντεόν και το κλαρίνο. Παλεύουμε για τα παιδιά μας. Έχουμε δύο ο καθένας.» Εκείνο όμως που τους πειράζει είναι η περιφρόνηση. «Όταν πάμε σε κόσμο, που μας κοιτά με μισό μάτι, το σκέφτεται αν θα δώσει, λες και κάνει ελεημοσύνη. Τότε νιώθουμε άσχημα. Δεν αντιδράμε, έχουμε μάθει να το ελέγχουμε.»

mas enoxlei i perifronisi 2

Τα κομμάτια που παίζουν ξεφεύγουν από το κλισέ ρεπερτόριο που ξεκινά και τελειώνει στο «σ’ αγαπώ γιατί είσαι ωραία». Όπως μου λέει ο Βλάντι η καταγωγή τους είναι από τα Βόρεια. «Γεννηθήκαμε στην Κορυτσά. Παίζουμε παραδοσιακά ακούσματα και δημοτικά. Πιο παλιά, όταν οι εποχές ήταν καλύτερες βγάζαμε το ψωμί μας στα μαγαζιά. Μετά έπεσε πείνα. Φαντάσου ότι ο τραγουδιστής ενός σχήματος που παίζαμε, τώρα έχει μεταναστεύσει. Σκορπιστήκαμε».

Εκείνοι έμειναν παρόλα αυτά στη μουσική. «Είναι πάθος. Ο Γκέντσι είναι δάσκαλος κιόλας. Παράλληλα κάνουμε κι άλλες δουλειές, δεν βγαίνει αλλιώς». Στην Ελλάδα μετράνε 20 χρόνια. Μένουν στο κέντρο, με νοίκι. «Αφήνουμε καμιά φορά το λογαριασμό απλήρωτο, αλλά τα κουμαντάρουμε ακόμα». Γυρνούν καθημερινά στα Εξάρχεια, στο Μοναστηράκι, στο Θησείο, «όπου υπάρχουν παρέες κι οικογένειες».

Όπως λένε όμως, «ο κόσμος δεν έχει διάθεση πια ούτε για μουσική, ούτε για τραγούδι, ούτε να μιλήσει. Η Ελλάδα δεν είναι έτσι όπως τη γνωρίσαμε. Μια χώρα ζωντανή με ανθρώπους ζωντανούς. Αυτό μάλλον είναι και το πολυτιμότερο που πήραν οι κυβερνήσεις. Το χαμόγελο».

Ο χρόνος περνά. Ο Γκέντσι σκουντά τον Βλάντι για να φύγουν. «Έχουμε λίγη ώρα», μου απολογείται. Είπαμε να ξανασυναντηθούμε. Δεν χρειάστηκε ούτε το πού, ούτε το πότε. Αυτό είναι το ωραίο στις τέχνες του δρόμου. Δεν μπαίνουν σε πρόγραμμα. Τις συναντάς τυχαία και σου ομορφαίνουν την μέρα.

Σχόλια

X