«Κανείς δεν μπορεί να με πληγώσει χωρίς τη συγκατάθεσή μου». Κανείς δεν μπορεί να πει πως ο Μαχάτμα Γκάντι δεν έδωσε τη ζωή του για έναν ιερό σκοπό, περνώντας μέσα από κακουχίες και ταλαιπωρίες. Αυτά ήταν όμως όσα άφησε ως κληρονομιά στις μελλοντικές γενιές, ένας άνθρωπος που ενέπνευσε έναν ολόκληρο λαό να βρει το νόημα της αντίστασης εναλλακτικά και στο τέλος να νικά.

«Τη μέρα που η δύναμη της αγάπης θα υπερνικήσει την αγάπη της δύναμης, ο κόσμος θα γνωρίσει την ειρήνη».

Γεννήθηκε σαν σήμερα πριν από 146 χρόνια, στις 2 Οκτωβρίου 1869, στο Πορπμπαντάρ της Ινδίας. Από νεαρή ηλικία πρόσεξε πως το ενδιαφέρον του για τα κοινωνικά ζητήματα και τις πολιτικές εξελίξεις έμπαιναν σε προτεραιότητα, προδιαγράφοντας λίγο – πολύ την εξέλιξη του. Έτσι, ο Γκάντι σπούδασε στη Νομική Σχολή και ασχολήθηκε επαγγελματικά με τα δικαιώματα των ανθρώπων της Ινδίας, τόσο στην πατρίδα του, που βρισκόταν υπό αγγλική κατοχή, όσο και αυτών στη Νότια Αφρική. Από τότε ξεκίνησε να γίνεται σύμβολο ενός αγώνα που θα γέμιζε τη ζωή του και για τον οποίο θα γινόταν γνωστός σε όλο τον κόσμο: ο Γκάντι έγινε ο ηγέτης του κινήματος της ανεξαρτησίας της Ινδίας, οργανώνοντας μποϊκοτάζ εναντίον των αγγλικών θεσμών που είχαν εγκατασταθεί στο κράτος της. Αυτό όμως που χαρακτήριζε τον τρόπο με τον οποίο διαμαρτυρόταν ήταν η ειρηνική αντίδραση και η κοινωνική ανυπακοή. Παρατηρεί έτσι κανείς μεγάλες διαφορές, τόσο σε σχέση με όσα συναντά στην ιστορία έως τότε, όσο και στο τι ακολούθησε.

γκάντι (1)

Η ζωή του

Ο πατέρας του, Καραμτσάντ Γκάντι, διατέλεσε υπουργός στο Πορτμπαντάρ, καθώς και σε άλλες περιοχές της Ινδίας, ενόσω αυτή ανήκε ως επικράτεια, εδαφικά αλλά και διοικητικά, στην Μεγάλη Βρετανία. Η μητέρα του, Πουτλιμπάι, ήταν μια βαθιά θρησκευόμενη γυναίκα. Έτσι, ο Γκάντι ανετράφη λατρεύοντας τον θεό Βισνού και ακολουθώντας τον Τζαϊνισμό, μια αρχαία ινδική θρησκεία που υποστήριζε τη σημασία της μη – βίας και προωθούσε τη νηστεία, το διαλογισμό και τη χορτοφαγία. Άτολμος, συνεσταλμένος και πολύ χαμηλών τόνων, ο Γκάντι μεγάλωσε αφήνοντας μέχρι και τα φώτα στο δωμάτιο του ανοικτά όταν κοιμόταν.

γκάντι (2)

Η «επανάσταση»

Όλα αυτά μέχρι τα 13 του, όταν παντρεύτηκε την Καστούρμπα Μακανζί, κόρη εμπόρου, μέσα από προξενιό των δυο οικογενειών. Μπαίνοντας στην εφηβεία ο Γκάντι γνώρισε και λάτρεψε έναν τρόπο ζωής εντελώς διαφορετικό ως προς τα οικογενειακά πρότυπα που είχε αναπτύξει και εξοργιστικό για τα ήθη της εποχής. Τα μεθύσια, το κάπνισμα, η κρεατοφαγία και ο άναρχος τρόπος ζωής, που περιελάμβανε μέχρι και κλοπές απ’ τους υπηρέτες της οικογένειας συνέθεσαν ένα κάδρο που εμπεριείχε «χρώματα» υπερβολικά έντονα σε σχέση με την «απαλότητα» της νεαρής του ηλικίας. Το ντροπαλό παιδί φάνηκε πως αποτελεί πια μακρινή ανάμνηση, σύντομα όμως επανήλθε στον πρότερο βίο.

«Πρέπει να ζούμε σαν να πρόκειται να πεθάνουμε αύριο και να μελετάμε σαν να πρόκειται να ζήσουμε για πάντα»

Μέχρι τα 16 του είχε γίνει κιόλας πατέρας, όμως το παιδί του πέθανε λίγο καιρό μετά τη γέννα, συμπίπτοντας χρονικά με το θάνατο του πατέρα του. Στα 18 του (1888), αμέσως μετά τη γέννηση του πρώτου – επιζώντα – γιου του, έφυγε για την Αγγλία και το Λονδίνο, όπου θα σπούδαζε νομικά. Ο νεαρός Ινδός δυσκολεύτηκε να προσαρμοστεί στη δυτική κουλτούρα και σε έναν τρόπο ζωής εντελώς διαφορετικό, κάτι που δεν συνήθισε στα τρία χρόνια παραμονής του στη χώρα. Παράλληλα με τις σπουδές του, ασχολήθηκε με τη θρησκειολογία, μελετώντας την ιστορία και τη γέννηση των θρησκειών σε όλο τον κόσμο.

γκάντι (3)

Άμα τη επιστροφή του στην Ινδία το 1891, ο Γκάντι πληροφορήθηκε τον θάνατο της μητέρας του, λίγες βδομάδες νωρίτερα. Αδυνατώντας να σταθεί επαγγελματικά ως δικηγόρος στη χώρα του, λόγω του πολύ συνεσταλμένου χαρακτήρα του, μετακόμισε στην πολιτεία του Νατάλ, στη Νότια Αφρική. Από κει ξεκίνησαν όλα όσα άφησε ως παρακαταθήκη, αυτά που έκαναν το όνομα του γνωστό σε όλο τον κόσμο.

Πολιτικός ηγέτης, πνευματικός ταγός

Όταν ο Γκάντι έφτασε στη Νότια Αφρική, ήρθε αντιμέτωπος με τον ρατσισμό που βίωναν οι μαύροι και οι Ινδοί στην περιοχή απ’ τις αγγλικές αρχές. Στην πρώτη του παρουσία σε δικαστήριο, του ζητήθηκε να βγάλει το τουρμπάνι που φορούσε. Όταν αυτός αρνήθηκε, η έδρα του δικαστηρίου τον ειρωνεύτηκε και η εφημερίδα «Natal Advertiser» τον χαρακτήρισε «ανεπιθύμητο επισκέπτη».

Λίγες μέρες αργότερα, στις 7 Ιουνίου 1893, σε ένα ταξίδι με το τρένο προς την Πρετόρια, ένας λευκός άνδρας του ζήτησε να φύγει απ’ την πρώτη θέση, όπου καθόταν και να μετακινηθεί στις οικονομικές. Ο Γκάντι αρνήθηκε και επενέβη το προσωπικό του τρένου, που τον πέταξαν έξω απ’ αυτό σε μια στάση στο Πίτερμαριτσμπουργκ. Έκτοτε κατάλαβε πως η ψυχική του γαλήνη θα ήταν εφικτή μόνο αν αφοσιωνόταν στον αγώνα κόντρα σε κάθε ρατσιστική συμπεριφορά και προκατάληψη.

«Το μόνο αποτέλεσμα που θα έχει το ‘οφθαλμόν αντί οφθαλμού’ είναι ότι θα καταλήξει να κάνει όλον τον κόσμο τυφλό»

Το 1894 συγκρότησε το Ινδικό Συμβούλιο του Νατάλ. Λίγο πριν λήξει το επαγγελματικό του συμβόλαιο και επιστρέψει στην Ινδία, γίνεται γνωστό πως το Νομικό Συμβούλιο του Νατάλ θα αφαιρούσε το δικαίωμα ψήφου απ’ τους Ινδούς που διαμένουν στη Νότια Αφρική. Οι Ινδοί πρόσφυγες της χώρας του ζητούν να μείνει και να ηγηθεί της διαμαρτυρίας και της αντίστασης τους. Ο ίδιος κατορθώνει να δώσει μεγάλη έκταση στο ζήτημα, κάνοντάς το γνωστό διεθνώς.

γκάντι (4)

Εκεί μετακόμισε και η οικογένειά του, που θα μεγάλωνε στα χρόνια που θα ακολουθούσαν αφού η Καστούρμπα θα γεννούσε άλλα τρία αγόρια.

Η μελέτη των θρησκειών θα αποτελέσει για τον ίδιο «δύναμη ζωής και έμπνευση», όπως γράφει αργότερα. Υιοθέτησε έναν τρόπο ζωής δίχως υλικές απολαύσεις, με απλότητα και πειθαρχία. Το 1906, μάλιστα, οργανώνει την πρώτη μαζική καμπάνια κοινωνικής απειθαρχίας που ονομάστηκε «Σατιαγκράχα» («Satyagraha»), που σημαίνει «αλήθεια και ακεραιότητα». Η διαμαρτυρία αυτή ήρθε ως αντίδραση στην περαιτέρω συρρίκνωση των δικαιωμάτων των Ινδών στη χώρα, αφού πλέον, απαγορευόταν και ο γάμος μεταξύ τους. Η ένταση διήρκησε για χρόνια, με φυλακίσεις των πρωτεργατών της, και φυσικά του ίδιου του Γκάντι, το 1913. Τελικά η δυναμική της διαμαρτυρίας ήταν αρκετή για να αναγκάσει την κυβέρνηση της Νότιας Αφρικής να διαπραγματευτεί και τελικά να επιτρέψει τους γάμους μεταξύ των Ινδών, καθώς και να τους απαλλάξει απ’ τον φόρο που ήταν αναγκασμένοι να πληρώνουν λόγω της διαμονής τους στη χώρα. Ο Γκάντι αποφυλακίστηκε, αποτελούσε ήδη σύμβολο για την κοινωνία και αποφάσισε πως ήρθε η ώρα να επιστρέψει στην πατρίδα του, το 1915.

Ο αγώνας για τα δικαιώματα στην Ινδία

Η επιστροφή του εκεί «σφράγισε» την αφοσίωσή του στην προσευχή, το διαλογισμό και τη νηστεία. Έκτοτε πήρε και το παρατσούκλι «Μαχάτμα», που σημαίνει «σπουδαία ψυχή».

Εντούτοις οι κοινωνικές εξελίξεις υπερέβησαν την ανάγκη και την επιθυμία του για τον συγκεκριμένο τρόπο ζωής. Το 1919 οι αγγλικές αρχές, που εκπροσωπούνταν, εφόσον διόριζαν, την κυβέρνηση της χώρας, αποφάσισε τη φυλάκιση των υπόπτων για «ανταρσία» ενάντια στο καθεστώς, δίχως δίκη. Ο Γκάντι κάλεσε τους πολίτες σε αντίδραση στα πρότυπα της «Σατιγκράχα» της Νοτίου Αφρικής, όμως η εισήγηση του δεν εισακούστηκε. Αντ’ αυτού, ξέσπασε βία, που έφτασε στο αποκορύφωμά της στις 13 Απριλίου 1919, όταν ο στρατός στο Αμριτσάρ, υπό τις οδηγίες του Άγγλου αξιωματικού Ρέτζιναλντ Ντάιερ, έδωσε διαταγή για «πυρ κατά βούληση», που επέφερε τον τραγικό απολογισμό περίπου 400 νεκρών.

«Ευτυχία είναι όταν αυτά που σκέφτεσαι, αυτά που λες και αυτά που κάνεις, βρίσκονται σε αρμονία»

Τότε ο Γκάντι μετατράπηκε σε σύμβολο της αντίστασης των Ινδών. Οργάνωσε μαζικά μποϊκοτάζ, κάλεσε τους Ινδούς υπαλλήλους και αξιωματούχους της κυβέρνησης να σταματήσουν να υπηρετούν τη θέληση της αγγλικής κορώνας που εξουσίαζε τη χώρα, τα παιδιά να σταματήσουν να πηγαίνουν στα σχολεία αυτού του κράτους, τους στρατιώτες να αφήσουν τα όπλα και τους πολίτες να σταματήσουν να πληρώνουν φόρους και να ανέχονται το κουστούμι της υποτέλειας που τους είχε «ράψει» η Αγγλία.

Αντί να αγοράζουν ρούχα απ’ τις αγγλικές επιχειρήσεις, οι Ινδοί «αγκάλιασαν» την πρωτοβουλία του Γκάντι να καθιερώσει μια πτυσσόμενη ανέμη που έραβε ρούχα. Αυτή η ανέμη έγινε το σύμβολο της ανεξαρτησίας και χειραφέτησης των Ινδών. Έτσι, η ανυπακοή των πολιτών και η μη – άσκηση βίας πήρε «σάρκα και οστά», με τον Γκάντι να αποτελεί το πρότυπο ενός επαναστάτη μακριά απ’ τα καθιερωμένα.

γκάντι (5)

«Φιλοδοξία μου είναι, όχι μόνο να πλήξουμε τα αγγλικά συμφέροντα και τους Άγγλους εξουσιαστές μας, μέσα απ’ τη μη άσκηση βίας, αλλά και να τους κάνουμε να συνειδητοποιήσουν το κακό που έχουν προξενήσει στη χώρα μας». Το 1930 μπήκε ξανά στη φυλακή, μαζί με σχεδόν 60.000 Ινδούς, μετά τον «Μάρτη του Αλατιού», όταν οι Ινδοί προσπάθησαν να περιλάβουν στην κατοχή τους τις μονάδες παραγωγής αλατιού, για την εκμετάλλευση των οποίων πλήρωναν δυσβάσταχτο φόρο στην κυβέρνηση. Τα γεγονότα γνώρισαν παγκόσμια δημοσιότητα, με το περιοδικό «Time» να ονομάζει τον Γκάντι ως «Άνθρωπο της Χρονιάς» για το 1930.

γκάντι (7)

Απελευθέρωση και συμφωνία

Μετά από περίπου 7 μήνες στη φυλακή, ο Γκάντι έμεινε ελεύθερος τον Γενάρη του 1931 και ήρθε σε συμφωνία με το Λόρδο Ίργουιν για λήξη της «Σαταργκράχα» για το αλάτι, με αντάλλαγμα την απελευθέρωση των φυλακισμένων. Τον Αύγουστο του 1931 αποφασίστηκε επίσημα διαβούλευση στο Λονδίνο για το μετασχηματισμό της ινδικής κοινωνίας, στην οποία βρέθηκε και ο ίδιος ο Γκάντι, ως εκπρόσωπος του Εθνικού Κογκρέσου της Ινδίας, δίχως όμως αποτέλεσμα.

Το 1934 ο Γκάντι αποσύρθηκε απ’ το Εθνικό Κογκρέσο και συνολικά την πολιτική και αφοσιώθηκε ξανά στο διαλογισμό και την εκπαίδευσή του.

Εν μέσω του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου, επανήλθε στα κοινά, δημιουργώντας το κίνημα «Εγκαταλείψτε την Ινδία», που απευθυνόταν στην Αγγλία. Το 1942 συνελήφθη ξανά, μαζί με τη γυναίκα του και άλλους πρωτεργάτες του Εθνικού Κογκρέσου. Τότε ο Τσόρτσιλ, απευθυνόμενος στο βρετανικό Κοινοβούλιο, ανέφερε: «δεν έγινα πρωθυπουργός της χώρας για να γίνω αυτός που θα συρρικνώσει τη Βρετανική Αυτοκρατορία». O Γκάντι αφέθηκε ελεύθερος μετά από 19 μήνες κράτησης, όχι όμως πριν χάσει τη γυναίκα του, που πέθανε στα χέρια του στη φυλακή σε ηλικία 74 ετών.

«Ένα ‘όχι’ που βγήκε από μια βαθιά πεποίθηση, είναι πολύ καλύτερο -και πιο μεγαλειώδες- από ένα ‘ναι’ που ειπώθηκε για να ευχαριστήσει ή, χειρότερα, για να αποφύγει φασαρίες»

Στις εκλογές στου 1945 οι Εργατικοί νίκησαν τους Συντηρητικούς του Τσόρτσιλ και ξεκίνησαν διαπραγματεύσεις για την ανεξαρτησία της Ινδίας με το Ινδικό Κογκρέσο και τη μερίδα των μουσουλμάνων. Ο Γκάντι έπαιξε για άλλη μια φορά πρωταγωνιστικό ρόλο, όμως δεν μπόρεσε να προωθήσει την επιθυμία του για μια ενοποιημένη Ινδία. Το αποτέλεσμα ήταν η δημιουργία κρατών παράλληλα με τις επικρατούσες θρησκείες: η ινδουιστική Ινδία και το μουσουλμανικό Πακιστάν.

Μεταξύ τους επικράτησε έντονη βία, πριν ακόμα μετουσιωθεί η ανεξαρτησία των κρατών, στις 15 Αυγούστου 1947. Ο Γκάντι καλούσε σε ειρηνοποίηση μεταξύ των δυο λαών, κάτι που δεν ήχησε καλά στους Ινδούς πρώην συντρόφους τους, που τον αποκάλεσαν προδότη λόγω «συμπάθειας» του στους μουσουλμάνους.

Η δολοφονία

Στις 30 Ιανουαρίου 1948 ο 78χρονος Γκάντι, αδυνατισμένος και εμφανώς καταβεβλημένος απ’ τις ταλαιπωρίες του αγώνα του και τις διαδεχόμενες απεργίες πείνας, δολοφονήθηκε απ’ τον Νατουράμ Γκοντσέ, φανατικό ινδουιστή, που καταλόγιζε στον ηγέτη της προσπάθειας χειραφέτησης των Ινδών «αγάπη» στο μουσουλμανισμό, πυροβολώντας τον τρεις φορές στο Νέο Δελχί. Ο ίδιος και ο συνεργάτης του εκτελέστηκαν δια απαγχονισμού το Νοέμβριο του 1949, ενώ όσοι μεθόδευσαν τη δολοφονία φυλακίστηκαν ισόβια.

γκάντι (6)

Η κληρονομιά του

Η μη βία αποτέλεσε το κληροδότημα μιας ολόκληρης εμπνευσμένης αντίστασης του Γκάντι στη βία της εξουσίας και στον απολυταρχισμό ενός ολοκληρωτικού καθεστώτος που δυνάστευε έναν ολόκληρο λαό. Η «Σατιαγκράχα» παραμένει έως σήμερα μια απ’ τις πιο διαδεδομένες φιλοσοφίες εξέγερσης παγκοσμίως, ενώ ο ρόλος του Γκάντι στην επανάσταση του ινδικού λαού συντέλεσε στη διεκδίκηση και την υπεράσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε όλο τον κόσμο. Το όνομα του Μαχάτμα Γκάντι, όπως και του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ και του Νέλσον Μαντέλα, τοποθετούνται στην κορυφή των ανθρώπων που με τις ενέργειές τους πάλεψαν το «τέρας» του ρατσισμού και της εκμετάλλευσης των ανθρώπων, διατρανώνοντας μηνύματα ελπίδας για τους απανταχού καταπιεσμένους.

Άλλωστε, όπως έλεγε και ο ίδιος: «Ένας άνθρωπος είναι το σύνολο των πράξεών του. Τι έχει κάνει, τι μπορεί να κάνει. Τίποτε άλλο…».

Σχόλια

X