«Μερικές φορές σκέφτομαι πώς μπορεί κάποιος να επινοήσει ένα βιβλίο, έναν πίνακα, μια συμφωνία ή ένα άγαλμα που μπορεί να συναγωνιστεί μια σπουδαία πόλη. Δεν γίνεται! Κοιτάζεις γύρω και κάθε δρόμος, κάθε λεωφόρος, έχει τη δική της μορφή τέχνης». Έτσι είναι το Παρίσι.

Έτσι το περιγράφει o Οwen Wilson σε μια ακόμα εντυπωσιακή και απρόβλεπτη ταινία του Woody Allen. Έτσι το θυμάμαι κι εγώ. Με νοσταλγία.

Το 2010 είχα τρυπώσει στην αγκαλιά της εργασίας, που σε κάνει να ξεχνάς πολλές φορές τους πάντες και τα πάντα. Το ζητούμενο είναι να βγει το ρεπορτάζ, το θέμα και όχι το αν χώρισες με την Κατερίνα ή την Μαρία, αν τα έσπασες με τον Νίκο, αν θα βρεις λίγο χρόνο για τον εαυτό σου.

Κάποιες φορές όμως υπολογίζεις χωρίς τον ξενοδόχο. Η δουλειά όσο κι αν η φύση της το δυσκολεύει, είναι που και που… φιλεύσπλαχνη. Η ευκαιρία να θυμηθείς ότι δεν είσαι ρομπότ παραμονεύει και χτυπά την κατάλληλη στιγμή. Κάπως έτσι προέκυψε και το πρώτο μου ταξίδι στο εξωτερικό και στο Παρίσι για την κάλυψη του Final 4 της Ευρωλίγκα.

Λίγο πριν το ταξίδι, λίγο πριν φτάσουμε
Όσο περνούσαν οι μέρες επέστρεφα στους γνωστούς ρυθμούς. 8,10,12 ώρες εργασίας. Κάποιες φορές ξεκινούσα πρωί και τελείωνα βράδυ. Όχι δεν είχα τόσο σκληρά αφεντικά. Όσο περισσότερο έγραφα όμως τόσο περισσότερες πληγές έκλεινα.

Δεν ήθελα να σκεφτώ τι σουβενίρ θα πάρω από το Παρίσι, ποια μουσεία θα επισκεπτόμουν, ούτε σε ποια μπαράκια θα μ’ έπαιρναν σηκωτό από το πιοτό. Απλώς αντί για Φάληρο, θα έπρεπε αυτή τη φορά να καλύψω τα του Ολυμπιακού λιγάκι πιο μακριά.

Την τελευταία εβδομάδα, η αγωνία είχε εξαφανιστεί. Σε τέτοιο σημείο που αποφάσισα να φτιάξω βαλίτσες, λίγες ώρες πριν την πτήση. Όσο λατρεύω τα ταξίδια και τη διαφυγή, άλλο τόσο νιώθω ότι με ξεβολεύει μια βδομάδα σε μία από τις ομορφότερες ευρωπαϊκές πόλεις, μακριά από τον υπολογιστή μου, τους φίλους μου, το σπίτι μου, έστω και αν τα δύο τελευταία δεν τα έβλεπα και τόσο συχνά.

Καθώς προσγειωνόταν το αεροπλάνο, δεν σκεφτόμουν για το αν θα ‘χε καλό ίντερνετ στο ξενοδοχείο, ούτε για το αν θα έπιανα πρώτος τον σούπερ σταρ της ΤΣΣΚΑ Μόσχας ή του Ολυμπιακού για συνέντευξη. Χάζευα τις απέραντες πεδιάδες, τους όμορφους οικισμούς, τους μεγάλους δρόμους, που έμοιαζαν λιγότερο… ανήσυχοι από τους δικούς μας. Mου φαινόταν συναρπαστική η αίσθηση του να βλέπεις από ψηλά μια διαφορετική καθημερινότητα από τη δική σου. Μιας άλλης χώρας, άλλων ανθρώπων, με άλλες συνήθειες..

«Η πόλη μου»
Παρίσι, μια παραμυθούπολη. Η αρχιτεκτονική που κληρονόμησε από τον Georges-Eugene Haussman στα μέσα του 19ου αιώνα βοηθούσε να μπερδεύεις τις εποχές και να τις ενώνεις, όπως έκανε ο Woody Allen. Έστω και σε μια σφαίρα φαντασίας. Από την άλλη τη φαντασία καλό θα ήταν να μην την μπλέκουμε με το ψέμα. Πηγάζει από τη ψυχή. Κι η ψυχή δεν είναι φανταστική.

Τον Μάη στη Γαλλία ο καιρός συνήθως είναι καλός. Όπως είχε ακούσει ένας συνάδελφος δεν θα χρειαζόταν να κατεβάσουμε τα χειμωνιάτικα. Άντε να πάρουμε καμιά μακρυμάνικη σε περίπτωση που κάνει λίγο ψύχρα. Μόνο που η άνοιξη στο Παρίσι έμοιαζε με χειμώνα. Τσουχτερό κρύο, λίγοι άνθρωποι κυκλοφορούσαν έξω το βράδυ. Την πατήσαμε…

Στην Ελλάδα εκτός από ζέστη εκείνη την περίοδο είχε και αναταραχές. Ο κόσμος κατέβαινε στους δρόμους, διαδήλωνε για τις πρώτες ορατές επιπτώσεις των Μνημονίων και της κρίσης. Στη Γαλλία όμως επικρατούσε απόλυτη ηρεμία. Τα όσα συνέβαιναν η απόσταση τα πάγωνε και λίγοι μιλούσαν για τους νεκρούς στη Marfin ή τις συνεχείς απεργίες. Μετά τη δουλειά, τις εξόδους με συνάδελφους σε ωραία καφέ και εστιατόρια, ένιωθα να διψάω για βόλτα και περπάτημα. Περπατούσα πολύ. Ήθελα να προλάβω να συνηθίσω το Παρίσι. Πλέον δεν χρειάζονταν οι μελωδίες του Yann Tiersen. «Ήμουν στην πόλη μου».

Μidnight in Paris
Πότε ήταν η τελευταία φορά που επέτρεψα στον εαυτό μου να θυμηθεί; Αναρωτήθηκα. Πότε ήταν η τελευταία φορά που επέτρεψα στον εαυτό μου όχι μόνο να θυμηθεί τα προβλήματα του, αλλά και να τα λύσει. Τουλάχιστον να προσπαθήσει. Παρά το κρύο, και τη δική μου ταλαιπωρία κυρίως εξαιτίας της ανόητης πεποίθησης πως «λίγο πολύ τον ίδιο καιρό θα χει στη Γαλλία», τα μεσάνυχτα στην Πόλη του Φωτός προσφέρονται για ένα ατελείωτο ταξίδι συνειρμών. Σκέψεις που ξεκινούσαν από γλυκόπικρες αναμνήσεις και έφταναν μέχρι τις πλατείες του Παρισιού. Ήταν σαν τη γυναίκα των ονείρων μου. Γοητευτικό, ιδιαίτερο, εσωστρεφές, αλλά και στα κρυφά ζωηρό και τσαχπίνικο με τα μπαράκια να σφύζουν από ζωντάνια.

Θέλησα να περάσω 6-7 μεσάνυχτα μαζί της. Όπως ο Gil Pender, ο ήρωας που υποδύεται στην ταινία ο Wilson, έτσι και εγώ ανέβαινα σε μια φανταστική άμαξα και άρχισα να συναντώ το παρελθόν. Τη στιγμή που απολάμβανα μια εσωτερική εξομολόγηση, θυμήθηκα τα λόγια του Οsho. Αν δεν ζεις το παρόν και σκέφτεσαι το πριν ή το μετά, τότε στην πραγματικότητα δεν ζεις.

«Σε όποια εποχή κι αν ζεις πάντα θα κυνηγάς το παρελθόν, το παρόν σε απογοητεύει, αλλά δεν συνειδητοποιείς την αξία του», λέει ο Allen μέσα από τα χείλη του Wilson. Πολλές φορές όταν συζητάμε με φίλους λέμε «τι ωραία που θα ‘ταν να ‘χαμε γεννηθεί μερικές δεκαετίες νωρίτερα. Να ακούγαμε και να βλέπαμε live τον Σιδηρόπουλο ή τον Άσιμο». Πολλές φορές το ίδιο κάνουμε και για την προσωπική μας ζωή. «Τι ωραία που ήμασταν πιτσιρικάδες και πηγαίναμε στα πάρτι». Αν είχαμε βέβαια γεννηθεί και βλέπαμε στα νιάτα μας τον Πρίγκιπα, ίσως να θέλαμε να ήμασταν ακόμα πιο νέοι για να προλαβαίναμε τον Βαμβακάρη. Και μπορεί να περνούσαμε ωραία στα πάρτη, αλλά θα πρέπει να θυμόμαστε ότι από ένα σημείο κι έπειτα είχε ρουτινιάσει ακόμα κι η διασκέδαση.

Στο American History X, όταν ο Edward Norton αναρωτιέται πώς έπιασε πάτο, ο παλιός του δάσκαλος απαντά «για να πάρει τις σωστές απαντήσεις πρέπει να κάνεις τις σωστές ερωτήσεις». Ζούμε λοιπόν το τώρα; Η απάντηση είναι όχι. Αυτή τη στιγμή γράφω άρθρο, αλλά σκέφτομαι ότι έχω στήσει τον Απίκο. Όταν συναντώ τον Απίκο και τα λέμε, σκέφτομαι ότι μετά πρέπει να περάσω από το video club για να πληρώσω μια ξεχασμένη ταινία και αφού πάω εκεί, σκέφτομαι ότι πρέπει να πάω σπίτι για να φτιάξω φαγητό επειδή θα ‘ρθουν ο Κώστας κι η Νίκη να τους κάνω το τραπέζι και καθώς θα τρώμε εγώ θα σκέφτομαι ότι το επόμενο πρωί πρέπει να πάω στη δουλειά και να προλάβω την προθεσμία της εφημερίδας.

Φαύλος κύκλος που δεν σταματά ποτέ. Μια ταινία όμως έχει τη δύναμη να σε ταρακουνήσει και να αποτελέσει τον καθρέφτη που χρειαζόταν για να δεις τα χάλια σου. Κάπως έτσι ένιωσα κι εγώ. Ένιωσα ότι ο Wilson πρωταγωνιστούσε στη δική μου ιστορία. Όπως φαντάζομαι ότι πιθανότατα θα πρωταγωνιστεί σε πολλές ακόμα προσωπικές ιστορίες ανθρώπων ανά τον κόσμο που ξεχνούν να κάνουν αυτό που θέλουν.

Ένα φιλμ μπορεί να χαρακτηριστεί πετυχημένο όταν γεννά προβληματισμούς, όταν προχωρά τη σκέψη σου παραπέρα και όχι όταν σπάει ταμεία. Αν καταφέρει και τα δύο μαγκιά του. Το Midnight in Paris όμως, δεν είναι ένα ακόμα παραμυθάκι που πούλησε, αλλά μια υπενθύμιση πως η ζωή δεν βρίσκεται στο χτες αλλά στο τώρα.

ΥΓ: Αν μια βόλτα στους δρόμους της «πόλης σας» μπορεί να σας γεμίσει, μην διστάσετε να την κάνετε. Ίσως να είναι ο λόγος που θα καταφέρετε να φτάσετε στην ευτυχία που τόσο πολύ όλοι μας ψάχνουμε.

Σχόλια

Αρθρογράφος

Κώστας Παπαντωνίου

Σπούδασε Επικοινωνία και ΜΜΕ στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Ξεκίνησε να δημοσιογραφεί το 2009, ως μπασκετικός ρεπόρτερ στo sport.gr όπου έμεινε μέχρι το 2011. Στη συνέχεια συμμετείχε στο trollradio.gr ως μουσικός παραγωγός για ένα χρόνο. Τον Μάρτη του 2012 δημιούργησε μαζί με φίλους και συναδέλφους το αυτοδιαχειριζόμενο διαδικτυακό περιοδικό 3pointmagazine.gr και από το καλοκαίρι του '12 εργάζεται στην εφημερίδα Αυγή.

Σχετικά Άρθρα

X